Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1–6, 7 (πλην της παρ. 9), 8 και 10 του Ν.3052/2002 (ΦΕΚ 221/Α’), που αναφέρονται σε θέματα εφαρμογής διατάξεων του ΚΒΣ (Π.Δ.186/1992) και των φ.τ.μ. (Ν.1809/1988)

1099747/840/0015/ΠΟΛ.1271/12.12.2002

ΓΕΝΙΚΑ

Οπως είναι γνωστό, στο ΦΕΚ 221/Α’/24.9.2002 δημοσιεύθηκε ο Ν.3052/2002 «Απλουστεύσεις στον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, στον τρόπο απόδοσης του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και άλλες ρυθμίσεις», με τις διατάξεις του οποίου (άρθρα 1–10 και 12, παρ. 1 και 12) αντικαταστάθηκαν, τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και γενικά επήλθαν αλλαγές στις διατάξεις του ΚΒΣ (Π.Δ.186/1992 - ΦΕΚ 84/Α’), του Ν.2523/1997 σε ό,τι αφορά στα πρόστιμα του Κώδικα αυτού και του Ν.1809/1988 (ΦΕΚ 222/Α’) «Φορολογικοί Μηχανισμοί και άλλες διατάξεις».

Είναι επίσης γνωστό ότι με την υπ’ αριθ. 1083807/607/0015/ΠΟΛ.1239/16.10.2002 εγκύκλιό μας κοινοποιήθηκαν οι ως άνω διατάξεις και παρασχέθηκαν κατά προτεραιότητα οδηγίες εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 7 (παρ. 9), 9 και 12 (παρ. 1 και 12), λόγω της άμεσης εφαρμογής τους.

Με την παρούσα εγκύκλιο παρέχονται οδηγίες και λεπτομερείς διευκρινίσεις για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1–6, 7 (εκτός από την παρ. 9), 8 και 10.

Ειδικότερα διευκρινίζονται, κατ’ άρθρο και παράγραφο, τα ακόλουθα:

ΑΡΘΡΟ 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Παράγραφος 1. Υποχρεώσεις αλλοδαπών προσώπων (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνεται η παρ. 1 του άρθρου 2 του ΚΒΣ και από 1.1.2003, εκτός από τα πρόσωπα που αποκτούν μόνιμη εγκατάσταση, χαρακτηρίζονται ως επιτηδευματίες και έχουν όλες τις υποχρεώσεις του ΚΒΣ (τήρηση βιβλίων, στοιχείων, υποβολή καταστάσεων κ.λπ.) και τα πιο κάτω πρόσωπα:

α) Τα αλλοδαπά πρόσωπα (φυσικά ή νομικά) που διατηρούν πραγματική – φυσική επαγγελματική εγκατάσταση (κατάστημα, γραφείο, πρακτορείο, αποθήκη, εργοτάξιο κ.λπ.) ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό αυτής ως μόνιμης ή μη από άλλες διατάξεις.

Σημειώνεται ότι για τα αλλοδαπά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 2 του ΚΒΣ.

β) Επίσης, λογίζονται ως επιτηδευματίες για την εφαρμογή των διατάξεων του ΚΒΣ και τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα οποιασδήποτε μορφής που δεν έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα, εφόσον αποκτούν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα (ψιλή κυριότητα, επικαρπία κ.λπ.) επί ακινήτου ή ανεγείρουν ακίνητο στην Ελλάδα. Τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται για τα πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 2 του ΚΒΣ (νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα).

1.1. Κατηγορία βιβλίων

Τα ανωτέρω πρόσωπα εντάσσονται σε κατηγορία βιβλίων αντίστοιχη με τα ημεδαπά πρόσωπα, δηλαδή ανάλογα με τη νομική μορφή τους, ήτοι Α.Ε. και Ε.Π.Ε. στη Γ’ κατηγορία και τα λοιπά πρόσωπα στη Β’ κατηγορία.

Ηδη, με τις διατάξεις της περ. ια’ της παρ. 2 του άρθρου 36 του ΚΒΣ, παρέχεται το δικαίωμα στον προϊστάμενο της ΔΟΥ να εντάσσει τις αλλοδαπές Α.Ε. και Ε.Π.Ε. που δεν αποκτούν μόνιμη εγκατάσταση στη Β’ κατηγορία.

Ετσι, οι προϊστάμενοι των ΔΟΥ μπορούν να κάνουν ευρεία χρήση του δικαιώματος αυτού, κυρίως στις περιπτώσεις που κρίνεται ότι είναι ευχερής ο έλεγχος (όπως εταιρίες με εισοδήματα μόνο από ενοίκια ακινήτων, με κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα που δεν τους αποφέρει εισόδημα, μικρό πλήθος και ύψος συναλλαγών κ.λπ.).

Ειδικά λόγω της πρώτης εφαρμογής για τις αλλοδαπές Α.Ε. και Ε.Π.Ε. που υφίστανται την 1.1.2003, εφόσον έχουν εισοδήματα μόνο από ενοίκια ακινήτων ή έχουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο που δεν τους αποφέρει εισόδημα, παρέχεται η δυνατότητα να τηρήσουν βιβλία Β’ κατηγορίας. Η ένταξή τους στη Β’ κατηγορία θα γίνεται με την υποβολή σχετικής δήλωσης μεταβολής στο Τμήμα Μητρώου στις προθεσμίες της παρ. 1.3.1 της παρούσας.

Ειδικά, όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα ανήκουν στις ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών και ΦΑΕ Πειραιά και επιθυμούν να κάνουν χρήση της προαναφερόμενης δυνατότητας, θα πρέπει να υποβάλουν στις ΔΟΥ αυτές, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο (παράδοση στη ΔΟΥ, μέσω FAX, e-mail κ.λπ.), σχετική αίτηση μέχρι 28.2.2003, προκειμένου στη συνέχεια να υπάρξει κεντρική καταχώριση της πληροφορίας στο Μητρώο από τη Γ.Γ.Π.Σ.

Αυτονόητο είναι ότι όσοι δεν υποβάλλουν την ανωτέρω αίτηση θα ενταχθούν, κεντρικά πάλι, στη Γ’ κατηγορία βιβλίων, για τον λόγο ότι η μη υποβολή της αίτησης αυτής υποδηλώνει την επιθυμία τους να ενταχθούν στη Γ’ κατηγορία.

Η διαδικασία αυτή (κεντρική καταχώριση) κρίνεται αναγκαία, αφενός μεν για διευκόλυνση των προσώπων αυτών με την αποφυγή αναμονής στη ΔΟΥ και αφετέρου για αποσυμφόρηση των συγκεκριμένων ΔΟΥ, δεδομένου ότι σ’ αυτές ανήκει ο μεγαλύτερος αριθμός των κατά τα ανωτέρω αλλοδαπών νομικών προσώπων.

1.2. Για τα αλλοδαπά πρόσωπα που τηρούν βιβλία κατ’ εφαρμογή της υπ’ αριθ. 1048281/2583/529/ΠΟΛ.1174/4.6.2002 ΑΥΟ (ΦΕΚ 716/Β’) «περί του τρόπου καταβολής ΦΠΑ από υποκείμενους στον φόρο, εγκατεστημένους σε άλλο κράτος - μέλος της Κοινότητας», παρέλκει η τήρηση βιβλίων κατά τα ανωτέρω και οι συναλλαγές θα καταχωρούνται στα ήδη τηρούμενα βιβλία με την απόφαση αυτή.

1.3. Αρμόδιος προϊστάμενος ΔΟΥ θεώρησης – Διαδικασία

Τα βιβλία θεωρούνται στη ΔΟΥ που είναι αρμόδια για τη χορήγηση ΑΦΜ σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 1027411/842/ΠΟΛ.1106/2.6.1998 ΑΥΟ.

Τα ήδη υφιστάμενα την 1.1.2003 αλλοδαπά πρόσωπα θεωρούν τα βιβλία τους στη ΔΟΥ από την οποία έλαβαν ΑΦΜ, εκτός αν έχει μεσολαβήσει μεταβολή, οπότε η θεώρηση θα γίνει στη νέα ΔΟΥ μετά τη μεταβολή. Σημειώνεται ότι κατά τη διαδικασία της θεώρησης δεν απαιτείται προσκόμιση ασφαλιστικής ενημερότητας και βεβαίωση εγγραφής σε επιμελητήριο.

1.3.1. Διαδικασία – Χρόνος θεώρησης των βιβλίων των αλλοδαπών εταιριών ιδιοκτησίας ακινήτων

Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 18, παρ. 2 του σχεδίου νόμου «Απλουστεύσεις και βελτιώσεις στη φορολογία εισοδήματος και κεφαλαίου και άλλες διατάξεις» και λόγω της ειδικής αντιμετώπισης για τις μεταβιβάσεις ακινήτων των εταιριών αυτών, μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου και προκειμένου να διευκολυνθούν οι επιχειρήσεις αυτές για τη θεώρηση των βιβλίων, λόγω και της πρώτης εφαρμογής της υποχρέωσης αυτής, παρέχεται η ευχέρεια θεώρησης των βιβλίων μέχρι την 30.6.2003 ως εξής:

Οι εταιρίες των οποίων ο ΑΦΜ λήγει σε:

- 1 και 2 μέχρι την 10η Απριλίου 2003.

- 3 και 4 μέχρι την 30ή Απριλίου 2003.

- 5 και 6 μέχρι την 20ή Μαϊου 2003.

- 7 και 8 μέχρι την 10η Ιουνίου 2003.

- 9 και 0 μέχρι την 30ή Ιουνίου 2003.

Τα βιβλία που θα θεωρηθούν μέχρι τις ημερομηνίες αυτές θα ενημερωθούν αναδρομικά από 1.1.2003.

Οι εταιρίες οι οποίες μέχρι και την 30.6.2003 θα μεταβιβάσουν τα ακίνητά τους και θα έχουν υποβάλει δήλωση διακοπής, δεν θα θεωρήσουν βιβλία.

1.4. Τόπος τήρησης των βιβλίων

Τα βιβλία και τα στοιχεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ΚΒΣ, τηρούνται στην επαγγελματική εγκατάσταση της έδρας. Ειδικά για τα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που έχουν μόνο κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου ή ανεγείρουν ακίνητο στην Ελλάδα, τα βιβλία τηρούνται στην εγκατάσταση του εκπροσώπου αυτών.

Παράγραφος 2. Ρυθμίσεις θεμάτων κοινοπραξιών (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνονται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του ΚΒΣ και ρυθμίζονται θέματα κοινοπραξιών ως εξής:

α) Στην επωνυμία της κοινοπραξίας, όταν πρακτικά δεν είναι δυνατή η αναγραφή όλων των μελών, μπορεί να αναγράφεται το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία, κατά περίπτωση, τουλάχιστον ενός εξ αυτών και η φράση «και Σία».

β) Προβλέπεται ρητά ότι ως μέλη της κοινοπραξίας μπορεί να υπεισέλθουν και οι κληρονόμοι των μελών αυτής, εφόσον προβλέπεται ρητά στο συμφωνητικό (κοινοπρακτικό) που κατατέθηκε στη ΔΟΥ, ανεξάρτητα εάν αυτοί έχουν την ιδιότητα του επιτηδευματία.

γ) Σε κοινοπραξία μπορεί να συμμετέχει και άλλη κοινοπραξία, εφόσον προβλέπεται από διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος.

Πρόκειται για εναρμόνιση των διατάξεων του ΚΒΣ με τις διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος (άρθρο 34, παρ. 3α’ του Ν.2238/1994), με τις οποίες προβλέπεται ότι για τα δημόσια έργα τεχνικά έργα η ανάδοχος κοινοπραξία μπορεί να συμμετέχει σε άλλη κοινοπραξία για την εκτέλεση όλου ή μέρους του έργου.

δ) Οι κοινοπραξίες που προβλέπονται από διατάξεις άλλων νόμων, ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του ΚΒΣ (μέλη, σκοπός κ.λπ.), θεωρούνται κοινοπραξίες του Κώδικα αυτού και εφαρμόζονται οι διατάξεις του.

Παράγραφος 3. Υποχρεώσεις προσώπων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώθηκε η παρ. 3 του άρθρου 2 του ΚΒΣ και θεωρούνται επιτηδευματίες τα πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (πλην του Δημοσίου), εκτός από τις πράξεις παράδοσης αγαθών και παροχής υπηρεσιών που υπάγονται στον ΦΠΑ και για τις πράξεις εκείνες που φορολογούνται στη φορολογία εισοδήματος.

Σημειώνεται ότι η υποχρέωση αυτή δεν καταλαμβάνει εισοδήματα η απόκτηση των οποίων δεν προσδίδει σ’ αυτά την ιδιότητα του επιτηδευματία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του ΚΒΣ (ενοίκια, εισόδημα από κινητές αξίες κ.λπ.).

Παράγραφος 4. Υποχρεώσεις αγροτών (Ισχύς από1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 4 του άρθρου 2 του ΚΒΣ, αναφορικά με τις υποχρεώσεις των αγροτών και προσαρμόζεται με τη νέα διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 του ΚΒΣ (περιορισμός της υποχρέωσης έκδοσης δελτίων αποστολής από τους αγρότες).

Παράγραφος 5. Αύξηση ορίων απαλλασσόμενων επιτηδευματιών (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αυξάνονται από 1.1.2003 τα όρια για την απαλλαγή των επιτηδευματιών φυσικών προσώπων από την τήρηση βιβλίων, την έκδοση Αποδείξεων Λιανικής Πώλησης (ΑΛΠ) και παροχής υπηρεσιών ως εξής:

Πωλούντες αγαθά: Από 7.500 ευρώ σε 9.000 ευρώ

Παρέχοντες υπηρεσίες: Από 3.000 ευρώ σε 4.000 ευρώ

(Ισχύς από 1.1.2003 με βάση τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης 31.12.2002).

Παράγραφος 6. Καθορισμός της έννοιας του είδους (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 1 αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 2 του ΚΒΣ και οριοθετείται η έννοια του είδους των αγαθών με τη θέσπιση ποσοστού 5% ως ορίου διαφοροποίησης της απόδοσης ή του κόστους ή της τιμής πώλησης για τον καθορισμό του είδους των αγαθών, ώστε να αποφεύγονται αμφισβητήσεις μεταξύ επιτηδευματιών και ελεγκτικών αρχών.

Με τη νέα ισχύουσα διάταξη αντιμετωπίζονται ως ίδιο είδος, για την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα, ομοειδή είδη των οποίων η αξία κτήσης (τιμή αγοράς ή το ιστορικό κόστος) ή η αξία πώλησης ή η απόδοση αυτών διαφέρει μέχρι ποσοστού 5% που καθορίζεται επί της μικρότερης αξίας αγοράς ή πώλησης ή επί της μικρότερης απόδοσης.

Διευκρινίζεται ότι τα αναφερόμενα στην εγκύκλιό μας ΠΟΛ.1321/1996 σχετικά με τη δυνατότητα καταχώρισης των αποθεμάτων στο βιβλίο απογραφών της Β’ κατηγορίας σε ομάδες όμοιων ειδών με διαφορά στην τιμή κτήσης μέχρι 10%, εξακολουθούν να ισχύουν.

ΑΡΘΡΟ 2

ΒΙΒΛΙΑ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΙΩΝ

Παράγραφος 1. Ειδική ένταξη επιτηδευματιών στην Α’ και Β’ κατηγορία βιβλίων (Ισχύς 1.1.2003)

2.1.0. Γενικά

Με την παράγραφο αυτή αντικαθίστανται οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 4 του ΚΒΣ και περιορίζονται οι ειδικές εντάξεις (ανεξάρτητα από το ύψος ακαθάριστων εσόδων) στην Α’ και Β’ κατηγορία βιβλίων, στις απολύτως αναγκαίες περιπτώσεις δραστηριοτήτων με ιδιαιτερότητες.

Ειδικότερα:

2.1.1. Ειδική ένταξη στη Β’ κατηγορία (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τη νέα παρ. 3 του άρθρου 4 του ΚΒΣ εντάσσονται στη Β’ κατηγορία βιβλίων, ανεξάρτητα από το ύψος των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων τους, με εξαίρεση τους επιτηδευματίες εκείνους που εντάσσονται στη Γ’ κατηγορία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου (π.χ. Α.Ε., Ε.Π.Ε., επιχειρήσεις κατασκευής δημόσιων έργων προϋπολογισμού ύψους άνω των 1.000.000 ευρώ κ.λπ.), οι παρακάτω κατηγορίες επιτηδευματιών:

α) Ο επιτηδευματίας του οποίου τα καθαρά κέρδη προσδιορίζονται κατ’ ειδικό τρόπο στη φορολογία εισοδήματος. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται οι επιτηδευματίες που φορολογούνται κατ’ ειδικό τρόπο στη φορολογία εισοδήματος και εμπίπτουν στην ανωτέρω ένταξη την 1.1.2003.

Πρόσωπα που την 1.1.2003 εμπίπτουν στην ένταξη αυτή είναι:

- Ο εκμεταλλευτής επιβατικού αυτοκινήτου Δ.Χ. (άρθρο 33, παρ. 5, περ. α’ του Ν.2238/1994, όπως ισχύει).

(Τα TAXI διέπονται από ειδικό καθεστώς ΦΠΑ).

- Ο εκμεταλλευτής φορτηγού αυτοκινήτου Δ.Χ. (άρθρο 33, παρ. 5, περ. β’ του Ν.2238/1994, όπως ισχύει).

- Ο κατασκευαστής ιδιωτικών ή δημόσιων τεχνικών έργων του οποίου τα καθαρά κέρδη προσδιορίζονται κατ’ ειδικό τρόπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 του Ν.2238/1994, όπως ισχύει. Περιλαμβάνονται: ατομικές επιχειρήσεις προσωπικές εταιρίες (Ο.Ε., Ε.Ε.), κοινωνίες, αστικές εταιρίες, κοινοπραξίες με μέλη τα προαναφερόμενα πρόσωπα (όχι Α.Ε., Ε.Π.Ε., συνεταιρισμούς και δημοτικές - κοινοτικές επιχειρήσεις) που αναλαμβάνουν ιδιωτικά έργα, ανεξαρτήτως ύψους εσόδων ή δημόσια έργα προϋπολογισμού ύψους μέχρι 1.000.000 ευρώ (νέο όριο).

- Ο αρχιτέκτονας ή ο μηχανικός για τις αμοιβές που ορίζονται από την παρ. 5 του άρθρου 49 του Ν.2238/1994.

β) Επίσης, στη Β’ κατηγορία, ανεξαρτήτως ύψους εσόδων, εντάσσεται και ο εκμεταλλευτής πλοίου της Β’ κατηγορίας του άρθρου 3 του Ν.27/1975.

γ) Ο πράκτορας εφημερίδων και περιοδικών. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 2 του ΚΒΣ, ο εφημεριδοπώλης (υποπράκτορας εφημερίδων και περιοδικών) συνεχίζει να απαλλάσσεται από την τήρηση βιβλίων.

Τονίζεται ακόμη ότι η ειδική ένταξη στη Β’ κατηγορία βιβλίων των παραπάνω κατηγοριών επιτηδευματιών ίσχυε και με τις προηγούμενες διατάξεις.

Ενταξη όταν λειτουργεί και άλλος κλάδος

Σημειώνεται ότι όποιος από τους παραπάνω επιτηδευματίες διατηρεί κλάδο παροχής άλλων υπηρεσιών ή πώλησης άλλων αγαθών, δηλαδή ασκεί και άλλες δραστηριότητες εκτός από εκείνη για την οποία εντάσσεται στη Β’ κατηγορία βιβλίων, τότε εντάσσεται, για όλες του τις δραστηριότητες, στην κατηγορία βιβλίων που αντιστοιχεί στο σύνολο των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων του, που δεν μπορεί όμως να είναι κατώτερη της Β’.

δ) Ο πρατηριούχος υγρών καυσίμων για την εμπορία πετρελαίου. Αφορά τον πρατηριούχο υγρών καυσίμων, ανεξάρτητα από τον τόπο που ασκεί τη δραστηριότητά του (πληθυσμός πόλης ή χωριού, τουριστική περιοχή). Ο επιτηδευματίας αυτός τηρεί βιβλίο εσόδων – εξόδων για την εμπορία πετρελαίου (κίνησης και θέρμανσης), ανεξάρτητα από τα έσοδα που πραγματοποιεί από την εμπορία πετρελαίου.

Σημειώνεται ότι οι αποδείξεις λιανικής πώλησης από τα πρατήρια υγρών καυσίμων για την εμπορία πετρελαίου θα εκδίδονται από 1.1.2003 σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 1084982/616/ΠΟΛ.1241/22.10.2002 ΑΥΟ, όπως ισχύει.

Ενταξη σε κατηγορία βιβλίων πρατηρίων υγρών καυσίμων με άλλους κλάδους

Σύμφωνα και με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 4 του ΚΒΣ, όπως ισχύει, ο πρατηριούχος υγρών καυσίμων εντάσσεται αυτοτελώς στην Α’ κατηγορία (αγορών) για τη βενζίνη, στη Β’ κατηγορία (εσόδων – εξόδων) για το πετρέλαιο (κίνησης – θέρμανσης) και για τις λοιπές δραστηριότητές του σε κατηγορία βιβλίων με βάση τα ακαθάριστα έσοδα αυτών και όχι κατώτερη της Β’.

Εάν οι λοιπές δραστηριότητες ασκούνται από φυσικό πρόσωπο σε πόλη ή χωριό κάτω των 5.000 κατοίκων – μη τουριστική περιοχή και αφορούν πώληση αγαθών (πλην καταστημάτων που προσφέρουν φαγητό ή ποτό), μπορεί να τηρηθεί γι’ αυτές βιβλίο αγορών αν τα έσοδά τους είναι κάτω των 100.000 ευρώ (νέο όριο βιβλίου αγορών).

Παραδείγματα

1. Πρατήριο υγρών καυσίμων στην Αθήνα στη χρήση 1/1–31/12/2002 πραγματοποιεί έσοδα: α) από την εμπορία πετρελαίου 1.050.000 ευρώ, β) από την εμπορία βενζίνης 1.500.000 ευρώ, γ) από λιπαντικά, πλυντήριο αυτοκινήτων και ανταλλακτικά 500.000 ευρώ, εντάσσεται:

Στη Β’ κατηγορία (εσόδων – εξόδων) για την εμπορία πετρελαίου.

Στην Α’ κατηγορία (αγορών) για τη βενζίνη.

Στη Β’ κατηγορία (εσόδων – εξόδων) για τα λιπαντικά κ.λπ.

2. Πρατήριο υγρών καυσίμων σε χωριό με κατοίκους 3.000 πραγματοποίησε τα πιο κάτω έσοδα: α) από την εμπορία βενζίνης 150.000 ευρώ, β) από την εμπορία πετρελαίου 70.000 ευρώ, γ) από λιπαντικά και ανταλλακτικά 30.000 ευρώ, εντάσσεται:

Στην Α’ κατηγορία (αγορών) για την εμπορία βενζίνης.

Στη Β’ κατηγορία (εσόδων – εξόδων) για το πετρέλαιο.

Στην Α’ κατηγορία (αγορών) για τα λιπαντικά και τα ανταλλακτικά.

Κατηγορίες επιτηδευματιών που από 1.1.2003 παύουν να έχουν ειδική ένταξη

Οι παρακάτω κατηγορίες επιχειρήσεων από 1.1.2003 παύουν να έχουν ειδική ένταξη στη Β’ κατηγορία βιβλίων και εντάσσονται σε κατηγορία βιβλίων με βάση τα έσοδά τους:

- Ο ελεύθερος επαγγελματίας.

- Ο εκτελωνιστής.

- Ο παραγωγός ασφαλειών.

- Ο μεσίτης.

- Ο εκμεταλλευτής γεωργικών μηχανημάτων ή ελαιοτριβείου.

- Ο εκμεταλλευτής εκπαιδευτηρίου ή φροντιστηρίου.

- Ο εκμισθωτής μηχανημάτων, αυτοκινήτων ή οποιωνδήποτε άλλων κινητών προγραμμάτων.

- Ο πωλητής χρυσών και λοιπών νομισμάτων.

- Ο πρατηριούχος χονδρικής πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων.

- Ο πωλητής πετρελαιοειδών ως αντιπρόσωπος εταιρίας διανομής των ειδών αυτών και

- Ο πρατηριούχος υγραερίου αυτοκινήτων.

Τονίζεται ότι οι παραπάνω επιτηδευματίες αν στη χρήση 1/1-31/12/2002 υπερβούν το νέο όριο του 1.000.000 ευρώ, από 1.1.2003 θα πρέπει να τηρήσουν βιβλία Γ’ κατηγορίας.

2.1.2. Ειδική ένταξη στη πρώτη κατηγορία βιβλίων (Ισχύς από 1.1.2003)

Σύμφωνα με τις διατάξεις της νέας παρ. 4 του άρθρου 4 του ΚΒΣ, από την έναρξη των εργασιών τους και ανεξάρτητα από το ύψος των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων που πραγματοποιούν, εντάσσονται στην Α’ κατηγορία βιβλίων οι επιτηδευματίες που αναφέρονται περιοριστικά στην παράγραφο αυτή, ήτοι:

α) Πρατηριούχος υγρών καυσίμων μόνο για την πώληση βενζίνης (η πώληση πετρελαίου, λοιπές δραστηριότητες κ.λπ., αντιμετωπίζονται αυτοτελώς).

β) Ο επιτηδευματίας που πωλεί οπωρολαχανικά, νωπά αλιεύματα και λοιπά αγροτικά προϊόντα αποκλειστικά στις κινητές λαϊκές αγορές και

γ) Ο εκμεταλλευτής περιπτέρου.

Σημειώνεται ότι οι παραπάνω επιτηδευματίες εντάσσονται στην Α’ κατηγορία, ανεξάρτητα από τον πληθυσμό του τόπου που ασκείται η σχετική δραστηριότητα και τη μορφή της επιχείρησης, δηλαδή φυσικό ή νομικό πρόσωπο (πλην Α.Ε. και Ε.Π.Ε.).

Τονίζεται ότι τα καταστήματα ψιλικών που με τις προηγούμενες διατάξεις είχαν ειδική ένταξη στην Α’ κατηγορία (αγορών), από 1.1.2003 εντάσσονται με τις γενικές διατάξεις.

2.1.2.1. Σε ό,τι αφορά τους επιτηδευματίες της προηγούμενης περ. β’ διευκρινίζονται τα παρακάτω:

Πωλητής στις κινητές λαϊκές αγορές θεωρείται ο επιτηδευματίας εκείνος που έχει λάβει σχετική άδεια από τις αρμόδιες υπηρεσίες που χορηγούν τις άδειες αυτές. Ακόμη λαϊκές αγορές, σύμφωνα με το άρθρο μόνο του Ν.Δ.3323/1955, θεωρούνται και εκείνες που λειτουργούν κατ’ έθιμο με τη μορφή του παζαριού.

Από τα παραπάνω πρόσωπα εντάσσονται στην Α’ κατηγορία βιβλίων αυτοί οι οποίοι διαθέτουν αποκλειστικά στις αγορές αυτές μόνο οπωρολαχανικά (φρούτα – λαχανικά), νωπά αλιεύματα (όχι κατεψυγμένα), όπως και λοιπά αγροτικά προϊόντα (μέλι, κάστανα, καρύδια, λουλούδια κ.λπ.). Δεν συμπεριλαμβάνονται στα αγροτικά προϊόντα εκείνα τα οποία έχουν βιομηχανοποιηθεί (όπως τυποποιημένοι ξηροί καρποί κ.λπ.).

Διευκρινίζεται ότι τα ανωτέρω πρόσωπα εξακολουθούν να έχουν ειδική ένταξη στην Α’ κατηγορία και στις περιπτώσεις που ένα μέρος των πωλήσεών τους διενεργείται χονδρικά (π.χ. πώληση σε εστιατόρια κ.λπ.).

Υποχρεώσεις πωλητών βιοτεχνικών και βιομηχανικών ειδών στις λαϊκές αγορές

Οι επιτηδευματίες κάτοχοι άδειας πώλησης στις λαϊκές αγορές που πωλούν στις αγορές αυτές βιοτεχνικά και βιομηχανικά είδη, όπως είδη οικιακής χρήσης, είδη ένδυσης, υπόδησης κ.λπ., δεν εμπίπτουν πλέον από 1.1.2003 στην ειδική ένταξη του βιβλίου αγορών και εντάσσονται σε κατηγορία βιβλίων με βάση τις γενικές διατάξεις.

Εκδοση στοιχείων

Σημειώνεται ότι οι υπόχρεοι τήρησης βιβλίων Β’ κατηγορίας πωλητές των λαϊκών αγορών υποχρεώνονται από 1.1.2003 να εκδίδουν τις ΑΛΠ σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 1093833/721/ΠΟΛ.1258/21.11.2002 ΑΥΟ. Την ίδια υποχρέωση σε ό,τι αφορά την έκδοση των ΑΛΠ έχουν και οι πωλούντες τα αγαθά τους πλανοδίως.

2.1.2.2. Ενταξη άλλου κλάδου

Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 4 του ΚΒΣ, αν τα πρόσωπα της παραγράφου αυτής (περίπτερο, πωλητής λαϊκών αγορών, πρατήριο υγρών καυσίμων για τη βενζίνη) διατηρούν και άλλον κλάδο πώλησης άλλων αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, ο άλλος κλάδος κρίνεται αυτοτελώς και εντάσσεται με τις γενικές διατάξεις, δηλαδή με βάση τα ακαθάριστα έσοδά του, με την επιφύλαξη των οριζόμενων στις παρ. 3 και 6 του άρθρου 4 του ΚΒΣ.

2.1.2.3. Παράλληλη τήρηση βιβλίου αγορών, εσόδων – εξόδων, Γ’ κατηγορίας

Στην περίπτωση που ο επιτηδευματίας εντάσσεται για τις δραστηριότητές του σε διαφορετική κατηγορία βιβλίων (π.χ. αγορών για τη βενζίνη, βιβλίο εσόδων – εξόδων για την εμπορία πετρελαίου κ.λπ.) και οι δραστηριότητες αυτές διενεργούνται από την ίδια εγκατάσταση, παρέχεται η δυνατότητα στα τηρούμενα βιβλία της ανώτερης κατηγορίας (π.χ. εσόδων – εξόδων, λογιστικά βιβλία) σε ιδιαίτερες στήλες ή σε ιδιαίτερους λογαριασμούς κατά περίπτωση, να παρακολουθείται και η κίνηση των άλλων κλάδων που εντάσσονται στην κατώτερη κατηγορία βιβλίων.

Παράγραφος 2. Νομοτεχνική ρύθμιση (Ισχύς από 1.1.2003)

Με την παράγραφο αυτή αντικαθίσταται η φράση της παρ. 6 του άρθρου 4 του ΚΒΣ «κέντρου καταστήματος ή καταστήματος που υπόκεινται σε αγορανομική κατάταξη» με τη φράση «καταστήματος ή άλλου χώρου στον οποίο προσφέρεται φαγητό ή ποτό με σερβίρισμα». Η ρύθμιση αυτή είναι νομοτεχνική λόγω της κατάργησης της υπαγωγής σε αγορανομική κατάταξη.

Παράγραφος 3. Αύξηση ορίων ένταξης σε κατηγορία βιβλίων (Α’, Β’, Γ’)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αυξάνονται από 1.1.2003 τα όρια τήρησης των βιβλίων που ορίζονται από την παρ. 7 του άρθρου 4 ως εξής:

Βιβλία Α’ κατηγορίας: Από 75.000 ευρώ σε 100.000 ευρώ

Βιβλία Β’ κατηγορίας: Από 900.000 ευρώ σε 1.000.000 ευρώ

Βιβλία Γ’ κατηγορίας: Ανω των 900.000 ευρώ σε 1.000.000 ευρώ

Επισημαίνεται ότι με τα ανωτέρω νέα όρια κρίνεται ο επιτηδευματίας για την ένταξή του σε κατηγορία βιβλίων κατά την 1.1.2003 (με βάση τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης 1/1-31/12/2002).

Διευκρινίζεται ότι το νέο αυξημένο όριο της Α’ κατηγορίας (μέχρι 100.000 ευρώ) καταλαμβάνει και την απαλλαγή από τη σύνταξη απογραφής κατά την 31.12.2002 των επιτηδευματιών που τηρούν βιβλία Β’ κατηγορίας.

Η σύνταξη απογραφής των επιτηδευματιών της Β’ κατηγορίας διενεργείται ως γνωστόν με βάση το όριο τήρησης βιβλίων Α’ κατηγορίας (άρθρο 6, παρ. 6).

Παράγραφοι 4, 5 και 7. Δυνατότητα συγκεντρωτικής καταχώρισης στα βιβλία Α’, Β’ και Γ’ κατηγορίας των εξόδων μέχρι 50 ευρώ (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις των παραγράφων αυτών παρέχεται η δυνατότητα καταχώρισης στα βιβλία Α’, Β’ και Γ’ κατηγορίας των μικροδαπανών (φορτωτικές, διόδια κ.λπ.) μέχρι 50 ευρώ εκάστη, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ, συγκεντρωτικά ανά ημέρα και ανά εκδότη στοιχείων.

Ειδικότερα, έξοδα μέχρι 50 ευρώ έκαστο (αξία + ΦΠΑ) μπορούν να καταχωρούνται ημερησίως με μία συγκεντρωτική εγγραφή ανά εκδότη στοιχείων, με αναγραφή της ημερομηνίας, του ονοματεπώνυμου ή της επωνυμίας του εκδότη αυτών.

Παράδειγμα

Αν σε μία ημέρα έχουν ληφθεί 10 φορτωτικές από τη Μεταφορική «Α» και 5 φορτωτικές από τη Μεταφορική «Β», των οποίων (φορτωτικών) το ποσό κάθε μίας χωριστά είναι μέχρι 50 ευρώ, τα έξοδα αυτά μπορεί να καταχωρηθούν με 2 συγκεντρωτικές εγγραφές, δηλαδή τόσες εγγραφές όσοι και οι εκδότες των στοιχείων.

Παράγραφος 6. Τήρηση Μητρώου Παγίων (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνεται η παρ. 2 του άρθρου 7 του ΚΒΣ και θεσπίζεται υποχρέωση τήρησης Μητρώου Παγίων από τους επιτηδευματίες που τηρούν βιβλία Γ’ κατηγορίας (προαιρετικά ή υποχρεωτικά). Η υποχρέωση αυτή αρχίζει από 1.1.2003 και καταλαμβάνει τις διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν μετά την ημερομηνία αυτή.

Τρόπος τήρησης

Το Μητρώο Παγίων τηρείται σύμφωνα με την παρ. 2.2.103 του ΕΓΛΣ και πρέπει να προκύπτουν από αυτό τα στοιχεία που ορίζονται σ’ αυτή.

Για την αντιμετώπιση δυσχερειών που ενδεχόμενα προκύψουν κατά την υποχρεωτική τήρηση του Μητρώου Παγίων, σύμφωνα με τα παραπάνω, παρέχεται η ευχέρεια, ενόψει και της περ. 3 της παρ. 2.2.103 του ΕΓΛΣ, τα πάγια περιουσιακά στοιχεία τα οποία μέχρι την έναρξη ισχύος της υποχρέωσης τήρησής του έχουν αποσβεστεί πλήρως, να καταχωρούνται στο Μητρώο Παγίων κατά ομοειδείς κατηγορίες, με αναγραφή της συνολικής αξίας κτήσης αυτών και των λογισμένων αποσβέσεων.

Παράγραφος 8. Βιβλίο αποθήκης – παραγωγής κοστολογίου – τεχνικών προδιαγραφών (Ισχύς από 1.1.2003)

Με την παρ. 8 αντικαθίστανται στο σύνολό του το άρθρο 8 «Βιβλίο αποθήκης – παραγωγής κοστολογίου του Κ.Β.Σ.». Οι νέες διατάξεις του άρθρου 8 ισχύουν από την 1.1.2003 και γι’ αυτές παρέχονται οι πιο κάτω διευκρινίσεις:

2.8.0. Γενικά - Υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης – Νέα όρια

Με τις διατάξεις των παρ. 1 έως 6 του άρθρου 8 αλλάζει, σε σχέση με τις προϊσχύουσες διατάξεις, ο τρόπος ένταξης στην υποχρέωση τήρησης του βιβλίου αποθήκης και από 1.1.2003 απαιτείται υπέρβαση του οριζόμενου ορίου στις δύο προηγούμενες συνεχείς χρήσεις είτε πρόκειται για επιτηδευματία που τηρεί ήδη βιβλίο αποθήκης είτε για επιτηδευματία που υποχρεώνεται για πρώτη φορά στην τήρησή του.

Νέα όρια τήρησης βιβλίου αποθήκης

Με τις διατάξεις των νέων παρ. 1 έως 6 του άρθρου 8 αυξάνονται τα όρια τήρησής του ως εξής:

Επιχειρήσεις χονδρικής πώλησης αγαθών (ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ) από 2.000.000 ευρώ σε 3.000.000 ευρώ (χονδρικές & λιανικές πωλήσεις)
Επιχειρήσεις λιανικής πώλησης αγαθών εισαγωγής από 2.700.000 ευρώ 4.000.000 ευρώ (ενιαίο όριο)
(ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ) εξαγωγής από 3.000.000 ευρώ
ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ από 2.000.000 ευρώ σε 3.000.000 ευρώ
ΕΞΑΓΩΓΙΚΕΣ ΑΝΩ ΤΟΥ 80% από 3.700.000 ευρώ σε 5.500.000 ευρώ

Επισημαίνεται ότι με τα ανωτέρω νέα όρια κρίνεται ο επιτηδευματίας για την υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης κατά την 1.1.2003 (με βάση τα ακαθάριστα έσοδα των δύο προηγούμενων χρήσεων 2001 και 2002).

2.8.0.1. Χρόνος έναρξης εφαρμογής του νέου τρόπου υποχρέωσης

Οι διατάξεις του νέου άρθρου 8 ισχύουν από 1.1.2003. Ετσι, την 1.1.2003 οι επιχειρήσεις θα κριθούν με βάση τα ακαθάριστα έσοδα των δύο προηγούμενων χρήσεων (χρήσεις 2001 και 2002) και θα υποχρεωθούν σε τήρηση του βιβλίου αποθήκης, αν αυτά υπερβαίνουν και τις δύο προηγούμενες χρήσεις το νέο οριζόμενο όριο. Διευκρινίζεται ότι επειδή τα βιβλία της χρήσης 2001 έχουν τηρηθεί σε δραχμές και το αναφερόμενο όριο στις νέες διατάξεις (το οποίο καταλαμβάνει όπως προαναφέρθηκε και τη χρήση 2001) είναι σε ευρώ, οι επιτηδευματίες θα μετατρέψουν τα ακαθάριστα έσοδα της υπόψη χρήσης σε ευρώ, διαιρώντας αυτά με την καθαρή ισοτιμία ευρώ/δραχμής (340,75).

Ετσι τα νέα όρια σε δραχμές, για τη χρήση 2001, έχουν ως εξής:

Επιχειρήσεις χονδρικής πώλησης (εμπορικές) 1.022.250.000 δρχ.
Επιχειρήσεις λιανικής πώλησης (εμπορικές) 1.363.000.000 δρχ.
Επιχειρήσεις βιομηχανικές 1.022.250.000 δρχ.
Επιχειρήσεις εξαγωγικές (άνω του 80%) 1.874.125.000 δρχ.

2.8.1. Ειδικότερα, υποχρέωση για τήρηση βιβλίου αποθήκης από 1.1.2003 έχουν:

2.8.1.1. Ο χονδροπωλητής ή ο κυρίως χονδροπωλητής αυτούσιων αγαθών για λογαριασμό του, που τις δύο προηγούμενες (συνεχείς) χρήσεις τα συνολικά ακαθάριστα έσοδά του (από χονδρικές και λιανικές πωλήσεις) υπερέβησαν το όριο των 3.000.000 ευρώ (νέα παρ. 1).

Ο παραπάνω χονδροπωλητής την 1.1.2003 θα κριθεί για την υποχρέωση τήρησης του βιβλίου αποθήκης με βάση τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα (χονδρικές και λιανικές) των δύο προηγούμενων χρήσεων (1/1-31/12/2001 και 1/1-31/12/2002) και αν αυτά υπερβαίνουν και τις δύο χρήσεις το όριο των 3.000.000 ευρώ, δημιουργείται υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης από 1.1.2003. Δηλαδή για τις δύο προηγούμενες, πριν την 1.1.2003, χρήσεις ο χονδροπωλητής κρίνεται με το σύνολο των εσόδων του από χονδρικές και λιανικές (όχι μόνο τις χονδρικές) και με το όριο των 3.000.000 ευρώ.

Παράδειγμα

1/1-31/12/2001 1/1-31/12/2002
Χονδρικές 2.200.000 2.400.000
Λιανικές 700.000 700.000
Σύνολο 2.900.000 < 3.000.000 3.100.000 > 3.000.000

Την 1.1.2003 δεν υπάρχει υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης.

2.8.2. Ο λιανοπωλητής και κυρίως λιανοπωλητής αυτούσιων αγαθών για λογαριασμό του, που κατά τις δύο προηγούμενες (συνεχείς) χρήσεις τα συνολικά ακαθάριστα έσοδά του (από χονδρικές και λιανικές πωλήσεις) υπερέβησαν το όριο των 4.000.000 ευρώ.

Με την υπέρβαση του ορίου αυτού το βιβλίο αποθήκης τηρείται κατ’ είδος και ποσότητα κατά την εισαγωγή και εξαγωγή. Σημειώνεται ότι με τη νέα διάταξη δεν ορίζεται όριο τήρησης του βιβλίου αποθήκης μόνο κατά την εισαγωγή, όπως ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις (νέα παρ. 2.)

Ετσι, την 1.1.2003 ο λιανοπωλητής επιτηδευματίας του οποίου τα ακαθάριστα έσοδα (από χονδρικές και λιανικές πωλήσεις) τις χρήσεις 2001 και 2002 υπερέβησαν το όριο των 4.000.000 ευρώ, υποχρεώνεται από 1.1.2003 να τηρήσει το βιβλίο αποθήκης κατ’ είδος, ποσότητα και αξία κατά την εισαγωγή και εξαγωγή.

Παράδειγμα

Η επιχείρηση «Α» πραγματοποίησε τα ακόλουθα έσοδα:

1/1-31/12/2001 1/1-31/12/2002
Λιανικές 2.700.000 ευρώ 3.400.000 ευρώ
Χονδρικές 400.000 ευρώ 700.000 ευρώ
3.100.000 < 4.000.000 4.100.000 > 4.000.000

Η επιχείρηση αυτή δεν υποχρεώνεται σε τήρηση βιβλίου αποθήκης την 1.1.2003 επειδή τη χρήση 1/1-31/12/2001 τα έσοδά της δεν ξεπέρασαν το όριο των 4.000.000 ευρώ.

2.8.3. Ο πωλητής αγαθών για λογαριασμό τρίτου ή για ίδιο λογαριασμό και για λογαριασμό τρίτου τηρεί βιβλίο αποθήκης εφόσον τα ετήσια έσοδά του από την πώληση των δικών του αγαθών και των αγαθών των τρίτων κατά τις δύο προηγούμενες διαχειριστικές περιόδους υπερέβησαν, κατά περίπτωση, το όριο που ορίζεται από τις προηγούμενες παραγράφους (όριο χονδροπωλητή ή λιανοπωλητή) (νέα παρ. 3).

2.8.4. Ο επιτηδευματίας που πωλεί χονδρικώς ή λιανικώς αγαθά μετά από προηγούμενη επεξεργασία (επιχείρηση βιομηχανική ή βιοτεχνική), εφόσον το σύνολο των ετήσιων ακαθάριστων εσόδων του (χονδρικές και λιανικές πωλήσεις) κατά τις δύο προηγούμενες διαχειριστικές περιόδους (συνεχείς) υπερέβη το όριο των 3.000.000 ευρώ (νέα παρ. 4).

Αναλογικά με τα παραπάνω και οι επιτηδευματίες αυτοί την 1.1.2003 θα κριθούν για την υποχρέωση τήρησης του βιβλίου αποθήκης με βάση τα έσοδα των χρήσεων 2001 και 2002 και αν αυτά υπερβαίνουν και τις δύο χρήσεις το νέο όριο των 3.000.000 ευρώ, τότε δημιουργείται υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης.

2.8.5. Ο επιτηδευματίας που επεξεργάζεται αγαθά για λογαριασμό τρίτων (φασόν) ή για δικό του λογαριασμό και για λογαριασμό τρίτων (φασόν), τηρεί βιβλίο αποθήκης εφόσον το σύνολο των ακαθάριστων εσόδων του κατά τις δύο προηγούμενες διαχειριστικές περιόδους υπερέβη το ποσό των 3.000.000 ευρώ (νέα παρ. 5).

2.8.6. Ο επιτηδευματίας που πωλεί αγαθά εκτός της χώρας (πώληση σε χώρα ΕΟΚ ή τρίτη χώρα) ή ενεργεί επεξεργασία (φασόν) για λογαριασμό κατοίκου (φυσικού ή νομικού προσώπου) άλλης χώρας κατά ποσοστό άνω του 80%, τηρεί βιβλίο αποθήκης για κάθε κλάδο (εμπορίας – επεξεργασίας), εφόσον τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα (χονδρικές, λιανικές, εξαγωγές) του κάθε κλάδου υπερβαίνουν το ποσό των 5.500.000 ευρώ τις δύο προηγούμενες διαχειριστικές περιόδους (νέα παρ. 6).

Ο προσδιορισμός του ποσοστού του 80% γίνεται χωριστά για κάθε κλάδο (εμπορίας, επεξεργασίας) με βάση τις εξαγωγές και τα συνολικά έσοδα κάθε κλάδου.

Διευκρινίζεται ότι αν το ποσοστό των εξαγωγών για έναν ή και τους δύο κλάδους είναι κάτω του 80%, τότε ο επιτηδευματίας κρίνεται για την υποχρέωση τήρησης του βιβλίου αποθήκης με βάση τις γενικές διατάξεις των προηγούμενων παρ. 1 έως 5 του άρθρου 8.

2.8.7. Αυτοτελής κρίση των κλάδων

Σύμφωνα με τις διατάξεις της νέας παρ. 8 του άρθρου 8, αν ο επιτηδευματίας διαθέτει παράλληλα κλάδο εμπορίου και ξεχωριστό επεξεργασίας (βιομηχανικό), για την υποχρέωση τήρησης του βιβλίου αποθήκης κάθε κλάδος και με τις νέες διατάξεις συνεχίζει να κρίνεται αυτοτελώς, με εξαίρεση την περίπτωση που ο επιτηδευματίας έχει υποχρέωση να εφαρμόζει την Ομάδα 9 και εξάγει βραχύχρονο αποτέλεσμα, οπότε αν τηρεί βιβλίο αποθήκης για τον έναν κλάδο τηρεί βιβλίο αποθήκης και για τον άλλο κλάδο, ανεξαρτήτως ύψους εσόδων.

2.8.8. Παύση υποχρέωσης τήρησης του βιβλίου αποθήκης

2.8.8.0. Γενικά

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8, ο επιτηδευματίας που τηρεί βιβλίο αποθήκης σταματά να το τηρεί από την επόμενη διαχειριστική περίοδο εκείνης που για δεύτερη συνεχή χρήση δεν υπερέβη το οριζόμενο όριο από τις επιμέρους διατάξεις των παρ. 1 έως 6. Απαιτείται δηλαδή ο επιτηδευματίας να μην ξεπεράσει το όριο τήρησης του βιβλίου αποθήκης σε δύο συνεχείς χρήσεις, προκειμένου να σταματήσει την τήρηση αυτού. Με τις προϊσχύουσες διατάξεις απαιτείτο η μη υπέρβαση του ορίου σε μία και μόνο χρήση για την μη τήρηση του βιβλίου αποθήκης από την επόμενη διαχειριστική περίοδο.

Παράδειγμα

Εστω επιχείρηση επεξεργασίας, η οποία τη χρήση 2003 τηρεί βιβλίο αποθήκης, με ακαθάριστα έσοδα 3.100.000 ευρώ τη χρήση 2002 και 2.900.000 τη χρήση 2003. Την 1.1.2004 θα πρέπει να συνεχίσει την τήρηση του βιβλίου αποθήκης επειδή δεν πληροί την προϋπόθεση της μη υπέρβασης του ορίου σε δύο συνεχείς χρήσεις. Αν η εταιρία αυτή κατά τη χρήση 2004 δεν υπερβεί το όριο, τότε θα μπορεί να σταματήσει την τήρηση αυτού από 1.1.2005, επειδή δεν θα έχει υπερβεί το όριο σε δύο συνεχείς χρήσεις (2003, 2004).

2.8.8.1. Παύση υποχρέωσης τήρησης του βιβλίου αποθήκης την 1.1.2003 (Μεταβατική περίοδος)

Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του δεύτερου εδαφίου της νέας παρ. 8, ειδικά την πρώτη χρήση εφαρμογής της διάταξης αυτής, για την παύση τήρησης του βιβλίου αποθήκης δεν απαιτείται πτώση των ακαθάριστων εσόδων κάτω του ορίου στις δύο προηγούμενες (συνεχείς) χρήσεις, αλλά αρκεί η μη υπέρβαση του ορίου κατά την προηγούμενη χρήση (1/1-31/12/2002 ή 1.7.2002 - 30.6.2003).

Επιχείρηση επεξεργασίας που τηρεί βιβλίο αποθήκης, τη χρήση 2001 είχε ακαθάριστα έσοδα 3.100.000 ευρώ και τη χρήση 2002 είχε έσοδα 2.900.000 ευρώ. Η επιχείρηση αυτή την 1.1.2003 μπορεί να σταματήσει την τήρηση του βιβλίου αποθήκης, αφού τα έσοδα της χρήσης 2002 δεν υπερέβησαν το οριζόμενο όριο της νέας παρ. 4 του άρθρου 8 (3.000.000 ευρώ).

2.8.8.2. Εκ νέου τήρηση βιβλίου αποθήκης

Η επιχείρηση η οποία σταμάτησε να τηρεί το βιβλίο αποθήκης σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, υποχρεώνεται ξανά σε τήρηση αυτού από την επόμενη διαχειριστική περίοδο εκείνης που για δεύτερη συνεχή χρήση θα υπερβεί το οριζόμενο όριο.

Παράδειγμα

Η επιχείρηση επεξεργασίας την 1.1.2004 σταμάτησε να τηρεί βιβλίο αποθήκης και τις επόμενες χρήσεις έχει τα πιο κάτω έσοδα:

1/1-31/12/2004 3.100.000 > 3.000.000

1/1-31/12/2005 2.900.000 < 3.000.000

1/1-31/12/2006 3.500.000 > 3.000.000

1/1-31/12/2007 3.700.000 > 3.000.000

Η επιχείρηση αυτή (αν δεν αλλάξει το όριο μέχρι την 31.12.2007) θα υποχρεωθεί σε τήρηση του βιβλίου αποθήκης από 1.1.2008.

2.8.9. Τρόπος τήρησης του βιβλίου αποθήκης

2.8.9.0. Γενικά

Με τις διατάξεις της παρ. 9 του νέου άρθρου 8 ορίζεται ο τρόπος ενημέρωσης του βιβλίου αποθήκης και διευκρινίζεται ο τρόπος παρακολούθησης, στο βιβλίο αποθήκης της έδρας, της κίνησης των λοιπών εγκαταστάσεων (υποκαταστημάτων, αποθηκευτικών χώρων) του επιτηδευματία.

Ειδικότερα:

2.8.9.1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 8 του ΚΒΣ, το βιβλίο αποθήκης ενημερώνεται κατά την εισαγωγή και εξαγωγή με κάθε δικαιολογητικό εγγραφής (ποσότητας ή αξίας), με αναγραφή του είδους και του αριθμού του, καθώς και της χρονολογίας αυτού. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την ενημέρωση του βιβλίου αποθήκης κατά την εξαγωγή, με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ. 9 παρέχεται η δυνατότητα στην επιχείρηση να μην ενημερώνει το βιβλίο αποθήκης με κάθε δικαιολογητικό εγγραφής, αλλά συγκεντρωτικά με μία ημερήσια εγγραφή ανά είδος και σειρά στοιχείου που εκδίδει. Η δυνατότητα αυτή καταλαμβάνει όλες τις μερίδες του βιβλίου αποθήκης (Α’ και Β’ υλών, υλικών συσκευασίας, έτοιμων προϊόντων, εμπορευμάτων κ.λπ.) και αφορά όλα τα στοιχεία που εκδίδονται από την επιχείρηση με τα οποία ενημερώνονται κατά την εξαγωγή οι μερίδες του βιβλίου αποθήκης.

2.8.9.2. Αγαθά που παρακολουθούνται στο βιβλίο αποθήκης της έδρας

Σύμφωνα με τις διατάξεις του τέταρτου εδαφίου της παρ. 9 του νέου άρθρου 8, στο βιβλίο αποθήκης της έδρας (ένα βιβλίο) παρακολουθούνται:

α) Τα αγαθά της έδρας.

β) Τα αγαθά (μερίδες αποθήκης) όλων των υποκαταστημάτων, ανεξάρτητα από τον Νομό που βρίσκονται ή τη χιλιομετρική τους απόσταση από την έδρα.

γ) Τα αγαθά (μερίδες αποθήκης) όλων των αποθηκευτικών χώρων, ανεξάρτητα από τον Νομό που βρίσκονται ή τη χιλιομετρική τους απόσταση από την έδρα.

δ) Τα αγαθά που βρίσκονται σε τρίτους.

2.8.9.2.1. Ο τρόπος παρακολούθησης των μερίδων αποθήκης, των αποθηκευτικών χώρων και των τρίτων στο βιβλίο αποθήκης της έδρας

Α. Αγαθά αποθηκευτικών χώρων

Από 1.1.2003 παρακολουθούνται στο βιβλίο αποθήκης της έδρας ανά αποθηκευτικό χώρο και κατ’ είδος και ποσότητα, κατά την εισαγωγή και εξαγωγή.

Οταν στον αποθηκευτικό χώρο τηρείται ιδιαίτερο βιβλίο αποθήκης κατ’ είδος και ποσότητα, τότε η μερίδα του αποθηκευτικού χώρου που παρακολουθείται στο βιβλίο αποθήκης της έδρας μπορεί να ενημερώνεται με τη συνολική μηνιαία κίνηση του αποθηκευτικού χώρου.

Σημειώνεται ότι η κίνηση αποθηκευτικού χώρου που ανήκει σε υποκατάστημα που εξάγει αυτοτελές λογιστικό αποτέλεσμα, παρακολουθείται σε ιδιαίτερες μερίδες του βιβλίου αποθήκης του υποκαταστήματος με αυτοτελή λογιστική και όχι στο βιβλίο αποθήκης της έδρας.

Β. Αγαθά σε τρίτους

Τα αγαθά που βρίσκονται σε τρίτους για οποιονδήποτε σκοπό, παρακολουθούνται πάντοτε σε ιδιαίτερη μερίδα του βιβλίου αποθήκης της έδρας. Τηρείται μία μερίδα ανά τρίτο, κατ’ είδος και ποσότητα, ανεξάρτητα από την εγκατάσταση που τα αποστέλλει ή παραλαμβάνει τα αγαθά.

Σημειώνεται ότι ανάλογα παρακολουθούνται στο βιβλίο αποθήκης του υποκαταστήματος με αυτοτελή λογιστική τα αγαθά που στέλνονται σε τρίτους από το υποκατάστημα με αυτοτελή λογιστική ή από τους αποθηκευτικούς χώρους που ανήκουν σ’ αυτό.

2.8.10. Επιτηδευματίες που απαλλάσσονται από την τήρηση του βιβλίου αποθήκης και τεχνικών προδιαγραφών

Με την παρ. 10 του νέου άρθρου 8 ορίζονται: α) Με την περ. Α’ οι κατηγορίες των επιτηδευματιών που απαλλάσσονται από την τήρηση του βιβλίου αποθήκης και β) με την περ. Β’ οι κατηγορίες των επιτηδευματιών που απαλλάσσονται μόνο από την κατάρτιση των τεχνικών προδιαγραφών.

Ειδικότερα:

2.8.10.1. Επιτηδευματίες που απαλλάσσονται από την τήρηση του βιβλίου αποθήκης

Οι επιτηδευματίες αυτοί, μετά τις αλλαγές που επήλθαν με τη νέα παρ. 10, είναι:

α) Ο εκμεταλλευτής ελαιοτριβείου.

β) Ο εκμεταλλευτής πρατηρίου χονδρικής πώλησης καπνοβιομηχανικών προϊόντων.

γ) Ο πωλητής βενζίνης και πετρελαίου για λογαριασμό τρίτου. Η απαλλαγή αυτή, από 1.1.2003, αφορά μόνο την πώληση βενζίνης και πετρελαίου και όχι την πώληση για λογαριασμό τρίτου των λοιπών πετρελαιοειδών (π.χ. υγραέριο, ασφαλτικά κ.λπ.).

δ) Ο εκμεταλλευτής πρατηρίου υγραερίου αυτοκινήτου.

ε) Ο εκμεταλλευτής πρατηρίου υγρών καυσίμων και λιπαντικών αυτοκινήτων.

στ) Ο εκμεταλλευτής εστιατορίου ή ζαχαροπλαστείου, εφόσον διαθέτει τα είδη του λιανικώς ή κυρίως λιανικώς.

ζ) Ο εκμεταλλευτής ξενοδοχείου ή ξενώνα ή κάμπινγκ.

η) Ο πωλητής οπωρολαχανικών, ανεξάρτητα από τον τρόπο διενέργειας των πωλήσεων (χονδρικώς ή λιανικώς ή εξαγωγή).

θ) Ο πωλητής νωπών αγροτικών προϊόντων (κρέατα, ψάρια κ.λπ.) που εξάγει αυτά κατά ποσοστό άνω του 80%. Οι πωλητές των οπωρολαχανικών (νωπά αγροτικά προϊόντα), σύμφωνα με την προηγούμενη περ. η’, απαλλάσσονται από την τήρηση του βιβλίου αποθήκης ανεξάρτητα από ποσοστό εξαγωγών και για τον λόγο αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται στην απαλλαγή αυτής της περίπτωσης.

ι) Ο παραγωγός κινηματογραφικών και τηλεοπτικών ταινιών.

ια) Ο πράκτορας εφημερίδων και περιοδικών.

ιβ) Ο εκμεταλλευτής κλινικής ή θεραπευτηρίου (τέθηκε με ρητή διάταξη). Αφορά τα υλικά τα οποία χρησιμοποιούνται στα πλαίσια της παροχής υπηρεσίας.

ιγ) Ο πωλητής τηλεκαρτών και καρτών κινητής τηλεφωνίας. Η υπ’ αριθ. 1021391/138/ΠΟΛ.1080/28.2.2001 ΑΥΟ, με την οποία είχε οριστεί τρόπος τήρησης του βιβλίου αποθήκης, παύει να ισχύει από 1.1.2003.

Κρίση άλλου κλάδου

Σημειώνεται ότι ο επιτηδευματίας που απαλλάσσεται από την τήρηση του βιβλίου αποθήκης για έναν από τους προαναφερόμενους κλάδους και διατηρεί και άλλον κλάδο (μη απαλλασσόμενο), για την υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης για τον κλάδο αυτό κρίνεται αυτοτελώς με βάση τα έσοδα μόνο του κλάδου αυτού (μη απαλλασσόμενου).

Τήρηση του βιβλίου αποθήκης από τις τεχνικές επιχειρήσεις

Ο κατασκευαστής δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων ο οποίος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, παρ. 7 του Ν.2940/2001 και του άρθρου 16, παρ. 1 και 3 του Ν.2992/2002, φορολογείται με τις γενικές διατάξεις (λογιστικό αποτέλεσμα), υποχρεώνεται σε τήρηση του βιβλίου αποθήκης λόγω του τρόπου της φορολόγησής του. Με την εγκύκλιό μας ΠΟΛ.1143/30.4.2002 διευκρινίστηκε ότι η υποχρέωση της τήρησης βιβλίου αποθήκης θα δημιουργηθεί από 1.1.2004, εφόσον κατά τις δύο προηγούμενες χρήσεις (2002 και 2003) τα έσοδά τους θα υπερβούν το οριζόμενο όριο.

Σημειώνεται ότι στις διατάξεις της νέας παρ. 10 του άρθρου 8, από 1.1.2003, δεν περιλαμβάνεται πλέον ως απαλλασσόμενος από την τήρηση βιβλίου αποθήκης ο κατασκευαστής δημόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων που τα καθαρά του κέρδη προσδιορίζονται κατ’ ειδικό τρόπο.

Οι επιχειρήσεις αυτές, επειδή μέχρι την 31.12.2002 είχαν ρητή εξαίρεση από την τήρηση βιβλίου αποθήκης, δεν προκύπτει από 1.1.2003 υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης, λαμβανομένων υπόψη των νέων δεδομένων για την τήρηση του βιβλίου αυτού (δύο συνεχείς χρήσεις, νέα όρια κ.λπ.).

Τέλος, η τήρηση του βιβλίου αποθήκης από τις τεχνικές επιχειρήσεις, λόγω της ιδιομορφίας του αντικειμένου εργασιών τους, θα ρυθμιστεί με σχετική απόφαση.

2.8.10.2. Επιτηδευματίες που απαλλάσσονται από την κατάρτιση τεχνικών προδιαγραφών

Με την περ. Β’ της νέας παρ. 10 καθορίζονται οι δραστηριότητες εκείνες για τις οποίες απαλλάσσεται ο επιτηδευματίας από την κατάρτιση τεχνικών προδιαγραφών, χωρίς όμως να απαλλάσσεται και από την τήρηση του βιβλίου αποθήκης και του βιβλίου παραγωγής – κοστολογίου.

Οι επιτηδευματίες αυτοί είναι:

α) Ο εκμεταλλευτής εστιατορίου ή ζαχαροπλαστείου. Αφορά τους κατά κύριο λόγο χονδροπωλητές εκμεταλλευτές εστιατορίου, ζαχαροπλαστείου και λοιπών συναφών ειδών, οι οποίοι όταν τα ακαθάριστα έσοδά τους υπερβαίνουν τα οριζόμενα όρια υποχρεώνονται σε τήρηση βιβλίου αποθήκης.

β) Ο εκμεταλλευτής λατομείου, μεταλλείου, ορυχείου. Δεν καταρτίζονται τεχνικές προδιαγραφές για τα πρωτογενή υλικά που εξορύσσονται, π.χ. βωξίτης, άνθρακας, λιγνίτης, ακατέργαστοι όγκοι κ.λπ. Εάν όμως αυτά περαιτέρω επεξεργάζονται, τότε από το δεύτερο αυτό στάδιο παραγωγής συντάσσονται τεχνικές προδιαγραφές.

γ) Ο παραγωγός αγροτικών προϊόντων πρωτογενούς παραγωγής. Περιλαμβάνονται τα αγροτικά προϊόντα πρωτογενούς παραγωγής, όπως κρέατα, ψάρια, αυγά, φυτικά προϊόντα κ.λπ. Για την παραγωγή των προϊόντων αυτών ο επιτηδευματίας απαλλάσσεται από την τήρηση του βιβλίου αποθήκης. Οταν τα προϊόντα αυτά (αγροτικά προϊόντα πρωτογενούς παραγωγής) επεξεργάζονται και παράγονται άλλα αγαθά, τότε τηρείται βιβλίο τεχνικών προδιαγραφών από το δεύτερο στάδιο παραγωγής.

Σημειώνεται ότι ορισμένες από τις επιχειρήσεις αυτές (πτηνοτροφεία, εκτροφεία ζώων, ιχθυοτροφεία) έχουν απαλλαχθεί, με σχετικές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, από την κατάρτιση τεχνικών προδιαγραφών μέχρι την 31.12.2007.

δ) Οι επιχειρήσεις παραγωγής – πώλησης λογισμικού. Οι εν λόγω επιχειρήσεις και με την ΑΥΟ 1066724/ΠΟΛ.1174/9.7.2001 είχαν απαλλαγεί από την κατάρτιση τεχνικών προδιαγραφών μέχρι 31.12.2007.

2.8.11. Τήρηση βιβλίου αποθήκης υποκαταστημάτων και αποθηκευτικών χώρων

Με τις διατάξεις της νέας παρ. 11 του άρθρου 8 ορίζεται η υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης στα υποκαταστήματα και στους αποθηκευτικούς χώρους, καθώς και ο τρόπος τήρησης αυτού. Ειδικότερα:

2.8.11.1. Τήρηση βιβλίου αποθήκης υποκαταστήματος

Α. Υποκαταστήματος με αυτοτελή λογιστική

Τηρείται ίδιο βιβλίο αποθήκης, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται από τις προηγούμενες παραγράφους. Στο βιβλίο αποθήκης του υποκαταστήματος με αυτοτελή λογιστική παρακολουθούνται σε ιδιαίτερες μερίδες: α) η κίνηση κάθε αποθηκευτικού χώρου που ανήκει στο υποκατάστημα, κατ’ είδος και ποσότητα, β) η κίνηση κάθε υποκαταστήματος με εξαρτημένη λογιστική (τα δεδομένα του οποίου ενσωματώνονται μετά από έγκριση του προϊσταμένου της ΔΟΥ, κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 9, παρ. 5), κατ’ είδος, ποσότητα και αξία και γ) τα αγαθά που στέλνονται σε τρίτους από το υποκατάστημα αυτό ή από τις άλλες εγκαταστάσεις που ανήκουν σ’ αυτό, σε ιδιαίτερη μερίδα, ανά τρίτο, κατ’ είδος και ποσότητα.

Β. Υποκαταστήματος με εξαρτημένη λογιστική

Στο υποκατάστημα που λειτουργεί σε άλλο νησί ή Νομό με την έδρα και σε απόσταση μεγαλύτερη των 50 χλμ. από αυτή, έχει υποχρέωση τήρησης ίδιου βιβλίου αποθήκης σ’ αυτό. Σημειώνεται ότι από 1.1.2003 ορίζεται ρητά πλέον ότι για τα υποκαταστήματα που βρίσκονται στον ίδιο Νομό με την έδρα αλλά σε άλλο νησί, πρέπει να τηρείται χωριστό βιβλίο αποθήκης στην εγκατάστασή τους.

Παράδειγμα

Εδρα στη Ρόδο, υποκατάστημα στην Κω, πρέπει να τηρείται ιδιαίτερο βιβλίο αποθήκης στο υποκατάστημα της Κω.

2.8.11.2. Τήρηση βιβλίου αποθήκης αποθηκευτικού χώρου

Με τις διατάξεις της παρ. 11 του άρθρου 8 για πρώτη φορά από 1.1.2003 ορίζεται υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης για τους αποθηκευτικούς χώρους με όμοιο τρόπο, όπως και για τα υποκαταστήματα.

Ειδικότερα:

α) Στον αποθηκευτικό χώρο που λειτουργεί στο ίδιο νησί και Νομό με την έδρα ή σε άλλο Νομό σε απόσταση μικρότερη των 50 χλμ. από αυτή, δεν τηρείται βιβλίο αποθήκης σ’ αυτόν και η κίνησή του παρακολουθείται σε ιδιαίτερες μερίδες (στήλες) του βιβλίου αποθήκης της έδρας, όπως περιγράφεται στην παραπάνω περ. Β’.

β) Στον αποθηκευτικό χώρο που λειτουργεί σε άλλο νησί ή Νομό από την έδρα και σε απόσταση μεγαλύτερη των 50 χλμ. από αυτή, τηρείται βιβλίο αποθήκης κατ’ είδος και ποσότητα.

Παράλληλα, η κίνηση του αποθηκευτικού χώρου παρακολουθείται σε ιδιαίτερες μερίδες ή στήλες του βιβλίου αποθήκης, όπως περιγράφεται παραπάνω.

Διευκρινίζεται ότι, προκειμένου για αποθηκευτικό χώρο που ανήκει σε υποκατάστημα με αυτοτελή λογιστική, η υποχρέωση τήρησης βιβλίου αποθήκης σ’ αυτόν κρίνεται σε σχέση με το υποκατάστημα αυτό και η κίνησή του παρακολουθείται στο βιβλίο αποθήκης του υποκαταστήματος με αυτοτελή λογιστική, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση λειτουργεί ως έδρα.

Απαλλαγή από την τήρηση βιβλίου αποθήκης στον αποθηκευτικό χώρο

Με τις διατάξεις του άρθρου 36, παρ. 2, περ. ιβ’, όπως αυτή τέθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 8, παρ. 1 του κοινοποιούμενου νόμου, ο προϊστάμενος της ΔΟΥ, μετά από αίτηση του επιτηδευματία, μπορεί να επιτρέπει την τήρηση του βιβλίου αποθήκης σε άλλον τόπο στις περιπτώσεις που η τήρησή του είναι δυσχερής στον αποθηκευτικό χώρο (έλλειψη επαγγελματικής οργάνωσης, υπαίθριοι χώροι κ.λπ.).

2.8.11.3. Τήρηση βιβλίου αποθήκης όταν στην έδρα δεν διενεργείται αποθήκευση αγαθών

Σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 11 του νέου άρθρου 8, όταν στην έδρα δεν ενεργείται αποθήκευση ή διακίνηση αγαθών ούτε ενεργούνται αγορές ή πωλήσεις (λήψη στοιχείων αγορών ή έκδοση στοιχείων) και υπάρχει ένα μόνο υποκατάστημα, τότε μπορεί να μην τηρείται βιβλίο αποθήκης στην έδρα και τηρείται μόνο στο υποκατάστημα. Η διάταξη αυτή έχει ανάλογη εφαρμογή και όταν υπάρχει ένα υποκατάστημα με αποθηκευτικούς χώρους (αποθήκες).

2.8.11.4. Τήρηση βιβλίου αποθήκης εγκαταστάσεων που βρίσκονται στον ίδιο ή συνεχόμενο κτιριακό χώρο

Οταν στον ίδιο ή σε συνεχόμενο κτιριακό χώρο στεγάζονται πολλές εγκαταστάσεις του επιτηδευματία (έδρα και υποκαταστήματα και αποθηκευτικοί χώροι), η κίνηση όλων αυτών, σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 9, παρ. 4, μπορεί να παρακολουθείται ενιαία ως μία εγκατάσταση (μία μερίδα κατ’ είδος) στο βιβλίο αποθήκης της έδρας ή και σε βιβλίο αποθήκης που τηρείται σε μία από αυτές τις εγκαταστάσεις.

2.8.12. Εναλλακτικός τρόπος τήρησης του βιβλίου αποθήκης (κεντρική αποθήκη)

2.8.12.0. Γενικά

Με τις διατάξεις της παρ. 12 του νέου άρθρου 8 δίνεται για πρώτη φορά από 1.1.2003 η δυνατότητα στον επιτηδευματία να παρακολουθεί τα αγαθά των εγκαταστάσεών του: α) κατ’ είδος, ποσότητα και αξία μέσω μερίδας κεντρικής αποθήκης (για όλες τις εγκαταστάσεις) που τηρείται στην έδρα ή στο υποκατάστημα με αυτοτελή λογιστική και β) κατ’ είδος και ποσότητα μέσω μερίδας που τηρείται στην κάθε εγκατάστασή του.

2.8.12.1. Μερίδες που τηρούνται

Ο επιτηδευματίας που επιλέγει να τηρήσει το βιβλίο αποθήκης με τον τρόπο που ορίζεται από την παρ. 12 του νέου άρθρου 8, τηρεί:

Α. Στην έδρα μερίδα «Κεντρικής Αποθήκης», για κάθε είδος αγαθού (Α’ και Β’ ύλες, υλικά συσκευασίας, έτοιμα προϊόντα, εμπορεύματα). Η μερίδα αυτή τηρείται ενιαία για όλες τις εγκαταστάσεις του επιτηδευματία (έδρα και υποκαταστήματα). Οι μερίδες της Κεντρικής Αποθήκης ενημερώνονται κατά την εισαγωγή με την ποσότητα και την αξία των αγαθών που αγοράζονται (από όλες τις εγκαταστάσεις) και κατά την εξαγωγή με την ποσότητα και την αξία των αγαθών που πωλούνται (από όλες τις εγκαταστάσεις). Επιπρόσθετα, οι μερίδες της «Κεντρικής Αποθήκης» των Α’, Β’ υλών και υλικών συσκευασίας ενημερώνονται για κάθε ένα αγαθό κατά την εξαγωγή με την ποσότητα που διατέθηκαν στην παραγωγή από όλες τις εγκαταστάσεις και η αξία αυτών τίθεται στο τέλος της χρήσης με την κοστολόγηση. Επίσης, οι μερίδες της «Κεντρικής Αποθήκης» των έτοιμων προϊόντων ενημερώνονται ακόμη κατά την εισαγωγή με την ποσότητα κάθε αγαθού που παράχθηκε από όλες τις εγκαταστάσεις και η αξία αυτών τίθεται στο τέλος της χρήσης με την κοστολόγηση.

Β. Σε κάθε εγκατάσταση (έδρα, υποκατάστημα, αποθηκευτικό χώρο) μία μερίδα για κάθε είδος αγαθού (Α’ ύλες, Β’ ύλες, υλικά συσκευασίας, προϊόντα, εμπορεύματα). Η κάθε μερίδα ενημερώνεται κατά την εισαγωγή με την ποσότητα κάθε είδους αγαθού που εισάγεται στην κάθε εγκατάσταση για οποιονδήποτε λόγο και πιστώνεται κατά την εξαγωγή με την ποσότητα κάθε είδους αγαθού που εξέρχεται από την εγκατάσταση για οποιονδήποτε λόγο. Η διαφορά της ποσότητας της εισαγωγής και εξαγωγής δίνει το ποσοτικό υπόλοιπο κάθε είδους αγαθού ανά εγκατάσταση. Αν η εγκατάσταση είναι στο ίδιο νησί ή Νομό με την έδρα ή σε άλλο Νομό και σε απόσταση μικρότερη των 50 χλμ. από αυτή, τότε η κίνηση του βιβλίου αποθήκης της εγκατάστασης αυτής μπορεί να παρακολουθείται στο βιβλίο αποθήκης της έδρας.

Γ. Στην έδρα τηρείται ακόμη μία μερίδα ανά τρίτο, για τα αγαθά που βρίσκονται σε τρίτους για οποιονδήποτε σκοπό. Για τον τρόπο τήρησης της μερίδας αυτής έχουν ανάλογη εφαρμογή τα όσα αναφέρονται στην παρ. 2.8.9.2.1 της εγκυκλίου αυτής.

Παρατίθεται ενδεικτικό παράδειγμα κίνησης των μερίδων του βιβλίου αποθήκης επιχείρησης που διαθέτει έναν αποθηκευτικό χώρο και ένα υποκατάστημα στον ίδιο Νομό με την έδρα.

ΕΔΡΑ

Κεντρική Αποθήκη «Είδος Α’»

α/α

Ημερ/νία

Ποσότητα

Αξία

α/α

Ημερ/νία

Ποσότητα

Αξία

1

10/1

100

5.000

4

20/1

20

2.000

2

12/1

50

2.500

5

25/1

25

2.500

ΕΔΡΑ «Είδος Α’»

α/α

Ημερ/νία

Ποσότητα

α/α

Ημερ/νία

Ποσότητα

1

10/1

100

3

14/1

30

ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ «Είδος Α’»

α/α

Ημερ/νία

Ποσότητα

α/α

Ημερ/νία

Ποσότητα

2

12/1

50

5

25/1

25

ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ «Είδος Α’»

α/α

Ημερ/νία

Ποσότητα

α/α

Ημερ/νία

Ποσότητα

3

14/1

30

4

20/1

20

1. Αγορά από την έδρα

2. Αγορά από το υποκατάστημα

3. Αποστολή από την έδρα στην Αποθήκη

4. Πώληση από την έδρα και αποστολή από τον αποθηκευτικό χώρο

5. Πώληση από το υποκατάστημα

2.8.13. Τήρηση βιβλίου παραγωγής - κοστολογίου και βιβλίου τεχνικών προδιαγραφών

Με τις διατάξεις της παρ. 13 του νέου άρθρου 8 διαχωρίζονται οι τεχνικές προδιαγραφές από το βιβλίο παραγωγής κοστολογίου και τηρούνται δύο βιβλία «Βιβλίο παραγωγής - κοστολογίου» και «Βιβλίο τεχνικών προδιαγραφών».

Τα βιβλία αυτά τηρούνται με τον ίδιο τρόπο που όριζαν οι προϊσχύουσες διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου 8 του ΚΒΣ, όπως ίσχυε μέχρι την 31.12.2002.

Θεώρηση

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 1, περ. Α’, το (χωριστό) βιβλίο παραγωγής - κοστολογίου δεν θεωρείται από 1.1.2003 και θεωρείται μόνο το βιβλίο τεχνικών προδιαγραφών με Κωδικό αριθμό θεώρησης 26. Οι επιχειρήσεις οι οποίες έχουν θεωρήσει έντυπα βιβλίου παραγωγής – κοστολογίου με Κωδικό θεώρησης 25 μπορούν να συνεχίσουν να τα χρησιμοποιούν από 1.1.2003 για την τήρηση του θεωρημένου βιβλίου τεχνικών προδιαγραφών, χωρίς την υποβολή σχετικής γνωστοποίησης.

Παράγραφος 9. Εννοια του υποκαταστήματος – Προσωρινοί εκθεσιακοί χώροι (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 1 του άρθρου 9 του ΚΒΣ και επέρχονται οι εξής μεταβολές:

α) Με το πρώτο εδάφιο της νέας παρ. 9 συμπληρώνεται η έννοια του υποκαταστήματος προς άρση αμφισβητήσεων και ως υποκατάστημα θεωρείται κάθε επαγγελματική εγκατάσταση εκτός της έδρας της επιχείρησης που διενεργείται παραγωγική ή συναλλακτική δραστηριότητα, ανεξάρτητα εάν αυτή διενεργείται κατ’ εντολή της έδρας ή άλλου υποκαταστήματος σε εκτέλεση σχετικών συμβάσεων.

β) Με το τελευταίο εδάφιο της νέας παρ. 1, από 1.1.2003 παύουν να θεωρούνται υποκαταστήματα οι προσωρινοί εκθεσιακοί χώροι (συμμετοχή σε εκθέσεις). Συνεπώς, από 1.1.2003, για τους προσωρινούς εκθεσιακούς χώρους δεν απαιτείται η υποβολή δήλωσης μεταβολής στην αρμόδια ΔΟΥ. Για τις πωλήσεις που διενεργούνται από τους χώρους αυτούς εκδίδονται στοιχεία της εγκατάστασης (έδρας ή υποκαταστήματος) που συμμετέχει στην έκθεση.

Παράγραφος 10. Υποκαταστήματα με αυτοτελή λογιστική (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 9 του ΚΒΣ και ρητά πλέον ορίζεται ότι τα υποκαταστήματα με αυτοτελή λογιστική εξάγουν υποχρεωτικά τελικό αποτέλεσμα (κέρδος ή ζημία) το οποίο ενσωματώνεται στα βιβλία της έδρας.

Παράγραφος 11. Τήρηση βιβλίου ποσοτικής παραλαβής (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε η παρ. 1 του άρθρου 10 του ΚΒΣ αναφορικά με την τήρηση του βιβλίου ποσοτικής παραλαβής και επέρχονται οι εξής μεταβολές:

2.11.1. Τήρηση βιβλίου ποσοτικής παραλαβής από τους επισκευαστές επίπλων, μηχανών και μηχανημάτων

Με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου (νέου) της παρ. 1 του άρθρου 10, όπως αυτές συμπληρώθηκαν και ισχύουν, από 1.1.2003 επεκτείνεται η υποχρέωση τήρησης βιβλίου ποσοτικής παραλαβής ή δελτίου ποσοτικής παραλαβής και στους επισκευαστές επίπλων, μηχανών και μηχανημάτων για τα έπιπλα, τις μηχανές και τα μηχανήματα που παραλαμβάνουν για επισκευή στο κατάστημά τους (κεντρικό ή υποκατάστημα) από ιδιώτες ή από επιτηδευματίες, εφόσον δεν συνοδεύονται με δελτίο αποστολής.

Επισκευή επίπλων – Εννοια

Η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει κάθε είδος επίπλου, ανεξάρτητα από το υλικό κατασκευής του (ξύλινα, μεταλλικά κ.λπ.) και ως επισκευή θεωρείται οποιαδήποτε εργασία που γίνεται σ’ αυτά (συντήρηση, επισκευή, βάψιμο, στίλβωμα, αλλαγή ταπετσαριών κ.λπ.).

Επισκευή μηχανών, μηχανημάτων – Εννοια

Η υποχρέωση αυτή καταλαμβάνει κάθε είδους μηχανή (π.χ. μηχανή αυτοκινήτου, μοτοσικλέτας, μηχανή σκαφών θάλασσας, μοτέρ κάθε είδους κ.λπ.) ή μηχάνημα (ιατρικό, οδοντιατρικό, φωτοτυπικό, τυπογραφικό, χορτοκοπτικό, αντλητικό κ.λπ.) που παραλαμβάνονται (ως ολοκληρωμένη συσκευή) προς επισκευή και δεν καταλαμβάνει την παραλαβή εξαρτημάτων ή ανταλλακτικών αυτών.

Διευκρινίζεται ότι οι παραπάνω επιτηδευματίες, προς αποφυγή αμφισβητήσεων, θα πρέπει να καταχωρίσουν στο βιβλίο ποσοτικής παραλαβής τα έπιπλα, τις μηχανές και τα μηχανήματα που θα έχουν προς επισκευή στο κατάστημά τους κατά την 1.1.2003. Η καταχώριση αυτή μπορεί να διενεργηθεί μέχρι την 28.2.2003, με σχετική ένδειξη ότι αφορά παραλαβή πριν την 1.1.2003.

Για τον τρόπο τήρησης του βιβλίου ποσοτικής παραλαβής έχει ανάλογη εφαρμογή η εγκύκλιός μας ΠΟΛ.1163/1994, αναφορικά με τον τρόπο τήρησης του βιβλίου ποσοτικής παραλαβής από τους επισκευαστές ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών.

Τρόπος έκδοσης των Αποδείξεων Παροχής Υπηρεσιών (ΑΠΥ)

Οι παραπάνω επιτηδευματίες, εφόσον χρησιμοποιούν φ.τ.μ. για την έκδοση των ΑΠΥ, συνεχίζουν να εκδίδουν αυτές με τον ίδιο τρόπο, αναγράφοντας και τον α/α της σχετικής απόδειξης στο βιβλίο ποσοτικής παραλαβής, ώστε να μην δημιουργούνται αμφισβητήσεις κατά τον έλεγχο.

2.11.2. Τήρηση δελτίου ποσοτικής παραλαβής για αγορά αγροτικών προϊόντων

Με τις διατάξεις του τελευταίου (νέου) εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 10, από 1.1.2003 τηρείται δελτίο ποσοτικής παραλαβής (αντί απόδειξης ποσοτικής παραλαβής) από τον επιτηδευματία και τα πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 2 (νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα) για την αγορά αγροτικών προϊόντων από αγρότες, που δεν συνοδεύονται με δελτίο αποστολής. Σημειώνεται ότι για τις παραπάνω παραλαβές μέχρι την 31.12.2002 εκδιδόταν απόδειξη ποσοτικής παραλαβής, σύμφωνα με τις διατάξεις της καταργούμενης παρ. 6 του άρθρου 12, όπως ειδικότερα αναλύονται στην παρ. 3 του άρθρου 3 της παρούσας εγκυκλίου.

Παράγραφος 12. Πρόσθετα βιβλία κλινικών ή θεραπευτηρίων (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τροποποιείται η περ. γ’ της παρ. 5 του άρθρου 10 και επέρχονται οι παρακάτω μεταβολές στα πρόσθετα βιβλία που τηρούνται από τις κλινικές και τα θεραπευτήρια:

α) Καταργείται από 1.1.2003 η τήρηση του βιβλίου εισόδου και εξόδου ασθενών (περ. α’), τα δεδομένα του οποίου περιέχονται στο τηρούμενο βιβλίο ασθενών.

β) Εισάγεται υποχρέωση από 1.1.2003 αναγραφής στο βιβλίο ασθενών εκτός των άλλων δεδομένων και του είδους και της ποσότητας των φαρμάκων και των λοιπών υλικών που χορηγούνται σε κάθε ασθενή. Ως υλικά θεωρούνται τα τεχνητά μέλη, οι βηματοδότες κ.λπ. Δεν καταχωρούνται τα αναλώσιμα υλικά, όπως οξυγόνο, γάζες, χαρτικά κ.λπ.

Διευκρινίζεται ότι στο βιβλίο ασθενών δεν καταχωρούνται τα φάρμακα και τα λοιπά υλικά που αγοράζονται από τους ασθενείς απευθείας από τα φαρμακεία και χορηγούνται σ’ αυτούς μέσω της κλινικής.

Σημειώνεται ότι η διάταξη αυτή καλύπτει φορολογικές υποχρεώσεις και δεν θίγει άλλες διατάξεις περί του τρόπου λειτουργίας των κλινικών και θεραπευτηρίων.

Παράγραφος 13. Τήρηση απλότυπου βιβλίου αποθήκευσης και βιβλίου μεριδολογίου γιατρών (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τροποποιούνται οι διατάξεις των περ. γβ’ και ηβ’ της παρ. 5 του άρθρου 10 και από 1.1.2003 τα βιβλία αποθήκευσης και μεριδολογίου γιατρών τηρούνται απλότυπα, λόγω της κατάργησης, με τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου, της υποχρέωσης υποβολής στη ΔΟΥ αντιτύπου αυτών που οριζόταν με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 20 του ΚΒΣ.

Σημειώνεται ότι τα θεωρημένα διπλότυπα έντυπα των παραπάνω βιβλίων μπορούν να χρησιμοποιηθούν με (συμπλήρωση μόνο του πρωτοτύπου) και μετά την 1.1.2003, μέχρι να εξαντληθούν, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση στη ΔΟΥ.

Παράγραφος 14. Κατάργηση του βιβλίου πρέσσας - Τήρηση βιβλίου συνδρομητών

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η περ. ζ’ της παρ. 5 του άρθρου 10 και επέρχονται οι εξής μεταβολές:

2.14.1. Κατάργηση βιβλίου πρέσσας (Ισχύς 1.1.2003)

Καταργείται από 1.1.2003 η υποχρέωση τήρησης του βιβλίου πρέσσας, που τηρείτο από τα εκκοκκιστήρια βάμβακος, η τήρηση του οποίου ουσιαστικά δεν εξυπηρετούσε φορολογικούς σκοπούς.

2.14.2. Τήρηση βιβλίου συνδρομητών (Ισχύς 1.1.2003)

Τηρείται από 1.1.2003 από τους επιτηδευματίες που παρέχουν υπηρεσίες με συνδρομή. Υπηρεσία με συνδρομή, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, θεωρείται η παροχή δικαιώματος χρήσης ή πρόσβασης σε υπηρεσίες στις περιπτώσεις που θα χρειαστεί, έναντι προαπαιτούμενου συγκεκριμένου ποσού που αναφέρεται σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (έτος, εξάμηνο κ.λπ.).

Σημειώνεται ότι στις περιπτώσεις που συντάσσονται συμφωνητικά και περιλαμβάνουν τα δεδομένα του συγκεκριμένου βιβλίου, παρέλκει η τήρηση του βιβλίου αυτού, με την προϋπόθεση ότι αντίγραφα αυτών τίθενται άμεσα στη διάθεση του ελέγχου και έχει υποβληθεί σχετική κατάσταση στη ΔΟΥ. Σημειώνεται ότι και στην περίπτωση αυτή, που τα συμφωνητικά ουσιαστικά αναπληρώνουν το πρόσθετο βιβλίο, εκδίδονται αθεώρητα στοιχεία βάσει της ΠΟΛ.1166/2002, αναγράφοντας επί του συμφωνητικού τον α/α του παραστατικού εσόδου.

Ενδεικτικές περιπτώσεις παροχής υπηρεσίας με συνδρομή είναι οι τράπεζες πληροφοριών, οι επιχειρήσεις παροχής οδικής βοήθειας, επιχειρήσεις τεχνικής κάλυψης κ.λπ.

Το βιβλίο συνδρομητών δεν τηρείται από τους επιτηδευματίες οι οποίοι:

- Πωλούν αγαθά με συνδρομή, όπως εφημερίδες, περιοδικά κ.λπ.

- Παρέχουν υπηρεσίες της παρ. 16 του άρθρου 12 του ΚΒΣ, έναντι συνδρομής, όπως τηλεπικοινωνιακές, ταχυδρομικές κ.λπ.

Τηλεπικοικοινωνιακή υπηρεσία, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, θεωρείται ιδίως η διάθεση δικτύου τηλεπικοινωνιών, το δικαίωμα χρησιμοποίησης δικτύου ειδικών γραμμών ή κατ’ αποκοπή τιμή συνδρομής για πρόσβαση στο Internet (σύνδεση, μηνύματα), καθώς και η παροχή προγραμμάτων τηλεόρασης με αμοιβή.

- Τηρούν άλλα πρόσθετα βιβλία από τα οποία προκύπτουν τα δεδομένα του βιβλίου συνδρομητών, όπως γυμναστήρια, κέντρα αισθητικής κ.λπ.

Περιεχόμενο του βιβλίου συνδρομητών

Στο βιβλίο συνδρομητών καταχωρείται:

α) Το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία και η διεύθυνση του συνδρομητή.

β) Η ημερομηνία έναρξης και λήξης της συνδρομής και

γ) Η αξία της συνδρομής.

Σημειώνεται ότι στις περιπτώσεις που η εγγραφή του συνδρομητή γίνεται εκτός της επαγγελματικής εγκατάστασης, η καταχώριση στο βιβλίο διενεργείται εντός της επομένης από την επιστροφή του στην επαγγελματική εγκατάσταση.

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ

Βιβλίο Συνδρομητών

Ημερομηνία

Αξία Συνδρομής

α/α ΑΠΥ

Αξία ΑΠΥ

Ονοματεπώνυμο ή Επωνυμία και Διεύθυνση συνδρομητή

Εναρξη Συνδρομής

Λήξη Συνδρομής

Το βιβλίο αυτό τηρείται θεωρημένο από 1.1.2003 με Κωδικό TAXIS 282. Στο βιβλίο αυτό θα πρέπει να καταχωρηθούν και οι παλαιοί συνδρομητές (πριν την 1.1.2003) για τους οποίους συνεχίζεται η παροχή υπηρεσίας κατά την 1.1.2003. Η καταχώριση των συνδρομητών αυτών, για τη διευκόλυνση των επιχειρήσεων λόγω της πρώτης εφαρμογής, μπορεί να γίνει μέχρι 28.2.2003, με σχετική ένδειξη ότι αφορά παλαιό συνδρομητή (πριν την 1.1.2003).

Τέλος, σημειώνεται ότι οι υπόχρεοι τήρησής του θα εκδίδουν από 1.1.2003 αθεώρητες ΑΠΥ, σύμφωνα με την ΑΥΟ ΠΟΛ.1166/2002, προς τους συνδρομητές οι οποίοι έχουν καταχωρηθεί σ’ αυτό.

Παράγραφος 15. Τήρηση βιβλίου εισερχομένων (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνεται η περ. ι’ της παρ. 5 του άρθρου 10 και από 1.1.2003 η τήρηση του βιβλίου εισερχομένων επεκτείνεται και στους πωλητές μεταχειρισμένων τροχόσπιτων, σκαφών αναψυχής, γεωργικών και λοιπών αυτοκινούμενων μηχανημάτων.

Οι υπόχρεοι επιτηδευματίες θα πρέπει να καταχωρίσουν στο βιβλίο εισερχομένων τα μεταχειρισμένα τροχόσπιτα, σκάφη αναψυχής κ.λπ. που έχουν για πώληση στο κατάστημά τους κατά την 1.1.2003.

Το βιβλίο εισερχομένων τηρείται από τους νέους υπόχρεους τήρησής του με ανάλογο τρόπο όπως και από τους πωλητές μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων.

Παράγραφος 16. Κατάργηση των πρόσθετων βιβλίων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων - Τήρηση βιβλίου επίσκεψης ασθενών (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε η περ. ια’ της παρ. 5 και επέρχονται οι εξής μεταβολές:

2.16.1. Κατάργηση των πρόσθετων βιβλίων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων

Καταργείται από 1.1.2003 η υποχρέωση τήρησης πρόσθετων βιβλίων από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις [βιβλία ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ακύρωσης ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ακύρωσης ασφαλιστηρίων συμβολαίων ασφαλιστικών κινδύνων (ζημιών) και αντασφαλιστηρίων συμβολαίων].

2.16.2. Τήρηση του βιβλίου επίσκεψης ασθενών

Με τη νέα περ. ια’ της παρ. 5 ορίζεται η τήρηση του βιβλίου επίσκεψης ασθενών από τους γιατρούς φυσικά πρόσωπα όλων των ειδικοτήτων και τις εταιρίες που παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες, το οποίο τηρείτο με τις διατάξεις του άρθρου 64, παρ. 11 του Ν.2065/1992 και εντάσσεται έτσι η τήρηση του βιβλίου αυτού στις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 10 του ΚΒΣ. Επίσης, θεσπίζεται για πρώτη φορά υποχρέωση τήρησης του βιβλίου αυτού από 1.1.2003 και από τους οδοντίατρους όλων των ειδικοτήτων και τις εταιρίες που παρέχουν οδοντιατρικές υπηρεσίες. Με τη θέσπιση της τήρησης του βιβλίου επίσκεψης ασθενών ως βιβλίο της παρ. 5, τα πιο πάνω πρόσωπα εκδίδουν από 1.1.2003 αθεώρητες ΑΠΥ σύμφωνα με την ΑΥΟ ΠΟΛ.1166/2002 για τους ασθενείς που καταχωρούνται σ’ αυτό.

2.16.2.1. Τόπος τήρησης του βιβλίου επίσκεψης ασθενών

Το βιβλίο επίσκεψης ασθενών τηρείται στον χώρο εξέτασης του ασθενή ή στον χώρο παροχής σ’ αυτόν των ιατρικών συμβουλών (ιατρείο, οδοντιατρείο, εργαστήριο κ.λπ.). Για τις επισκέψεις ασθενών στο σπίτι ή σε άλλους χώρους, όπως σε σχολεία, αθλητικούς συλλόγους, δεν προκύπτει υποχρέωση τήρησης του βιβλίου αυτού.

2.16.2.2. Χρόνος ενημέρωσης – Τρόπος τήρησης

Το βιβλίο επίσκεψης ασθενών ενημερώνεται με την είσοδο κάθε ασθενή στον χώρο εξέτασης ή παροχής των ιατρικών υπηρεσιών. Μπορεί να τηρηθεί χειρόγραφα αλλά και μηχανογραφικά, με την προϋπόθεση στη δεύτερη περίπτωση ότι η εκτύπωση θα γίνεται άμεσα για κάθε εξεταζόμενο ασθενή.

Οι γιατροί και οι οδοντίατροι καταρχήν υποχρεούνται να καταχωρούν όλους τους ασθενείς που δέχονται με αμοιβή ή χωρίς αμοιβή.

Ειδικά οι γιατροί που έχουν συμβληθεί με το Δημόσιο ή έχουν σύμβαση μίσθωσης εργασίας (μισθωτοί) ή μίσθωσης έργου με ασφαλιστικά ταμεία (ΙΚΑ, ΤΕΒΕ κ.λπ.) και έχουν την υποχρέωση να δέχονται τους ασφαλισμένους αυτούς στο ιατρείο τους, χωρίς να λαμβάνεται ιδιαίτερη αμοιβή κατά επίσκεψη από τους ασθενείς, δεν υποχρεούνται να καταχωρούν τα στοιχεία των ασθενών αυτών στο τηρούμενο βιβλίο. Η ιδιότητα των ασθενών αυτών ως ασφαλισμένων στο Δημόσιο ή σε κάποιο ταμείο θα αποδεικνύεται από το ατομικό βιβλιάριο υγείας από το οποίο θα έχει αποκοπεί η σχετική απόδειξη ή από την αναγραφή στο ασφαλιστικό βιβλιάριο του ονόματος του οικογενειακού γιατρού.

Στο βιβλίο επίσκεψης ασθενών πρέπει να καταχωρούνται για κάθε ασθενή: α) το ονοματεπώνυμο, β) η χρονολογία επίσκεψης και γ) η διεύθυνσή του. Επίσης στο βιβλίο καταγράφεται, σύμφωνα με την ΑΥΟ ΠΟΛ.1166/2002, και ο α/α της ΑΠΥ εντός της επομένης από την έκδοσή της.

Οταν εκδίδεται μία απόδειξη για περισσότερες από μία επισκέψεις του ίδιου ασθενή ή όταν η αμοιβή καταβάλλεται κατόπιν συμφωνίας, αφού ολοκληρωθεί η παροχή των ιατρικών ή οδοντιατρικών υπηρεσιών, χωρίς δηλαδή να λαμβάνεται αμοιβή από τον γιατρό ή τον οδοντίατρο για τις υπηρεσίες που παρέχονται ενδιάμεσα (π.χ. παρακολούθηση εγκύου μέχρι τον τοκετό από γυναικολόγο γιατρό, θεραπεία από οδοντίατρους κ.λπ.), εκδίδεται μία ή περισσότερες ΑΠΥ, ανάλογα εάν η αμοιβή καταβάλλεται εφάπαξ ή τμηματικά. Οι αριθμοί των αποδείξεων αυτών καταχωρούνται στο βιβλίο επίσκεψης ασθενών σε όλες τις επισκέψεις που καλύπτονται από αυτές.

Σε εξέταση από εργαστηριακούς γιατρούς (μικροβιολόγοι, ακτινολόγοι κ.λπ.), τα στοιχεία του ασθενή αναγράφονται μόνο κατά την ημέρα που έγινε η εξέταση, όχι και όταν παραδίδονται οι εξετάσεις. Το ίδιο ισχύει και όταν οι εργαστηριακές αυτές εξετάσεις εντός ολίγων ημερών από τη σύνταξή τους προσκομίζονται για να επιδειχθούν στον γιατρό που έδωσε την εντολή να γίνουν και εφόσον φυσικά δεν καταβάλλεται αμοιβή κατά την επίσκεψη αυτή.

Σημειώνεται ότι ειδικά για τους οδοντίατρους, επειδή η υποχρέωση τήρησης του πρόσθετου βιβλίου επίσκεψης ασθενών καθιερώνεται για πρώτη φορά, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται από αυτούς σε αρκετές περιπτώσεις ολοκληρώνονται ύστερα από πολλές επισκέψεις (π.χ. απονευρώσεις), παρέχεται η δυνατότητα, για τις περιπτώσεις αυτές, το πρόσθετο βιβλίο να ενημερώνεται με την έναρξη της παροχής της υπηρεσίας (πρώτη επίσκεψη του ασθενή), με σχετική ένδειξη – σημείωση «συνεχίζονται οι επισκέψεις» και με την ολοκλήρωση των υπηρεσιών να αναγράφεται και η ημερομηνία αυτή. Επίσης, την επόμενη ημέρα από την έκδοση της ΑΠΥ ή των αποδείξεων επί τμηματικής καταβολής, αναγράφεται ο αριθμός τους στο πρόσθετο βιβλίο.

Για τις εξετάσεις ασθενών και την παροχή ιατρικών ή οδοντιατρικών συμβουλών χωρίς αμοιβή (δωρεάν), θα γίνεται σχετική καταχώριση στο βιβλίο ασθενών και θα εκδίδονται ΑΠΥ με την ένδειξη «δωρεάν», σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 13 του ΚΒΣ.

2.16.2.3. Δυνατότητα συνένωσης του βιβλίου επίσκεψης ασθενών με το βιβλίο εσόδων – εξόδων

Με τις διατάξεις του άρθρου 19, παρ. 4, παρέχεται η δυνατότητα οι γιατροί και οδοντίατροι να συνενώνουν το βιβλίο επίσκεψης ασθενών με το βιβλίο εσόδων – εξόδων, με την προϋπόθεση ότι από το τηρούμενο συνενωμένο «Βιβλίο επίσκεψης ασθενών – Βιβλίο εσόδων–εξόδων» θα προκύπτουν τα δεδομένα και των δύο βιβλίων, ότι αυτό θα παραμένει στον χώρο εξέτασης των ασθενών καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής απασχόλησης του γιατρού και ότι θα τηρείται χειρόγραφα.

Το συνενωμένο βιβλίο «Βιβλίο επίσκεψης ασθενών – Βιβλίο εσόδων–Εξόδων» θεωρείται στη ΔΟΥ με Κωδικό TAXIS 288.

Διευκρινίζεται ότι το ανωτέρω συνενωμένο βιβλίο τηρείται με όμοιο τρόπο όπως και το βιβλίο εσόδων – εξόδων στο οποίο καταχωρούνταν και τα δεδομένα (στο σκέλος των εσόδων ή σε ιδιαίτερο χώρο) του βιβλίου επίσκεψης ασθενών, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του άρθρου 64, παρ. 11 του Ν.2065/1992.

Οι γιατροί οι οποίοι μέχρι σήμερα χρησιμοποιούσαν το βιβλίο εσόδων – εξόδων και ως βιβλίο επίσκεψης ασθενών (άρθρο 64, παρ. 11 του Ν.2065/1992) χωρίς να είναι θεωρημένο με τον πιο άνω Κωδικό (288), μπορούν να συνεχίσουν να το τηρούν και ως βιβλίο επίσκεψης ασθενών και μετά την 1.1.2003, μέχρι την εξάντλησή του, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση στην αρμόδια ΔΟΥ.

Επίσης, οι οδοντίατροι που για πρώτη φορά υποχρεώνονται να τηρούν το βιβλίο επίσκεψης ασθενών από 1.1.2003, έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν το ήδη θεωρημένο χειρόγραφο τηρούμενο βιβλίο εσόδων – εξόδων και για την τήρηση του βιβλίου επίσκεψης ασθενών, μέχρι την εξάντλησή του, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση στην αρμόδια ΔΟΥ.

Παράγραφος 17. Τήρηση βιβλίου πελατών από τους ασκούντες παραϊατρικό επάγγελμα (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνεται η περ. ιδ’ της παρ. 5 του άρθρου 10 και από 1.1.2003 η τήρηση του βιβλίου πελατών επεκτείνεται ακόμη (εκτός από τους φυσιοθεραπευτές) και στους επιτηδευματίες που παρέχουν υπηρεσίες παραϊατρικών επαγγελμάτων, δηλαδή υπηρεσίες υγείας (θεραπείας, συμβουλών κ.λπ.) και δεν είναι γιατροί, όπως: Διαιτολόγος - διατροφολόγος, ψυχολόγος, λογοθεραπευτής – λογοπεδικός, μασέρ, ρεφλεξιολόγος, μαία, εργοθεραπευτής κ.λπ.

Το βιβλίο πελατών τηρείται και από τους ασκούντες παραϊατρικό επάγγελμα με ανάλογο τρόπο όπως και από τους φυσιοθεραπευτές.

Διευκρινίζεται ότι οι ανωτέρω επιτηδευματίες από 1.1.2003 εκδίδουν αθεώρητες ΑΠΥ, σύμφωνα με την ΑΥΟ ΠΟΛ.1166/2002, για τους πελάτες που καταχωρούνται σ’ αυτό.

Παράγραφος 18. Βιβλίο κίνησης οχημάτων - Βιβλίο ή δελτίο εντολών (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προστίθενται νέες περ. ιη’ και ιθ’ στην παρ. 5 του άρθρου 10 του ΚΒΣ και θεσπίζεται η υποχρέωση τήρησης πρόσθετου βιβλίου από τις επιχειρήσεις ενοικίασης αυτοκινήτων – μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, καθώς και από τους μεσίτες ακινήτων. Ειδικότερα:

2.18.1. Τήρηση βιβλίου κίνησης οχημάτων

Με τις διατάξεις της νέας περ. ιη’ θεσπίζεται υποχρέωση για τον επιτηδευματία που διατηρεί επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, από 1.1.2003 να τηρεί θεωρημένο βιβλίο κίνησης οχημάτων (Κωδ. TAXIS 283). Η ανωτέρω υποχρέωση δεν καταλαμβάνει τις εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing). Το βιβλίο αυτό τηρείται σε μερίδες ανά όχημα, στις οποίες καταχωρούνται, για την κίνηση του κάθε οχήματος εκτός εγκατάστασης, ανεξάρτητα από τον σκοπό:

α) Η ώρα και η ημερομηνία αναχώρησης.

β) Η αιτιολογία. Αναφέρεται ο σκοπός κίνησης του οχήματος, π.χ. για ενοικίαση, για επισκευή, για ιδιόχρηση κ.λπ.

γ) Το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία και η διεύθυνση του μισθωτή ή άλλου προσώπου (π.χ. μετακίνηση σε συνεργείο επισκευής).

δ) Το συμφωνηθέν μίσθωμα.

ε) Η ώρα και η ημερομηνία επιστροφής.

στ) Ο τόπος επιστροφής. Αναγράφεται ο τόπος στον οποίο επιστρέφεται το όχημα, που μπορεί να είναι και διάφορος της επαγγελματικής εγκατάστασης του επιτηδευματία από την οποία αναχώρησε το όχημα.

Σημειώνεται ότι οι θέσεις στάθμευσης των αυτοκινήτων (πάρκιγκ κ.λπ.) που βρίσκονται πλησίον της επαγγελματικής εγκατάστασης του υπόχρεου (υποκατάστημα – έδρα) και εφόσον είναι ευχερής και σε εύλογο χρόνο η πρόσβαση σ’ αυτούς, δεν αντιμετωπίζονται ως ιδιαίτερη εγκατάσταση για την τήρησή του.

Χρόνος ενημέρωσης και εκτύπωσης

Η ενημέρωση (επί χειρόγραφης ή μηχανογραφικής τήρησης) του βιβλίου κίνησης οχημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου, διενεργείται με την αναχώρηση και επιστροφή κάθε οχήματος, για οποιονδήποτε σκοπό.

Η υποχρέωση ενημέρωσης του βιβλίου αυτού, για κάθε όχημα, αρχίζει από 1.1.2003 (άνοιγμα μερίδας) με την πρώτη κίνηση του οχήματος (μίσθωση, άφιξη, αναχώρηση) από την ημερομηνία αυτή και μετά. Μπορεί όμως το άνοιγμα των μερίδων να γίνεται ταυτόχρονα κατά την 1.1.2003 για όλα τα αυτοκίνητα. Ειδικά για τα αυτοκίνητα κ.λπ. για τα οποία υπάρχει διαρκής μίσθωση, το βιβλίο μπορεί να ενημερωθεί (άνοιγμα μερίδας) μέχρι την 28.2.2003. Η μερίδα αυτή, που τηρείται για τα αυτοκίνητα με διαρκή μίσθωση, ενημερώνεται μόνο με την έναρξη και τη λήξη της μίσθωσης και δεν ενημερώνεται με τις λοιπές κινήσεις που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της μίσθωσης (π.χ. σέρβις κ.λπ.).

Η εκτύπωση (επί μηχανογραφικής τήρησης) του βιβλίου κίνησης οχημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου, μπορεί να διενεργείται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα, με την προϋπόθεση ότι όταν ζητηθεί από τον φορολογικό έλεγχο είναι δυνατή η εκτύπωση σε αθεώρητο χαρτί άμεσα όλων των δεδομένων του βιβλίου.

Για το βιβλίο αυτό, ενόψει του χρόνου εκτύπωσής του και του όγκου των κινήσεών του, παρέχεται η ευχέρεια τα δεδομένα του, αντί να εκτυπώνονται σε θεωρημένα έντυπα, να εγγράφονται στον χρόνο της εκτύπωσής τους σε θεωρημένο οπτικό δίσκο (CD-ROM) τεχνολογίας worm, «CD Βιβλίου κίνησης οχημάτων» Κωδ. TAXIS 290. Η σήμανση του οπτικού αυτού δίσκου γίνεται με ανάλογο τρόπο όπως και ο οπτικός δίσκος εγγραφής του βιβλίου αποθήκης.

Τρόπος έκδοσης στοιχείων

Οι επιτηδευματίες που διατηρούν επιχείρηση ενοικίασης αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, από 1.1.2003, ως πρόσωπα υπαγόμενα στην ΑΥΟ ΠΟΛ.1166/2002, εκδίδουν υποχρεωτικά και σε κάθε περίπτωση (προς επιτηδευματίες ή ιδιώτες) αθεώρητες ΑΠΥ, με την υποχρέωση καταχώρισης του α/α της ΑΠΥ και της αξίας αυτής, μέχρι το τέλος της επόμενης ημέρας έκδοσής της, στο βιβλίο κίνησης οχημάτων.

Διευκρινίζεται ότι από 1.1.2003, μετά από τη θέσπιση της υποχρέωσης τήρησης του βιβλίου αυτού και την μη θεώρηση των ΑΠΥ, θα εκδίδεται αθεώρητο και το συνενωμένο στοιχείο «ΑΠΥ – Μισθωτήριο συμβόλαιο». Επίσης, δεν θα θεωρείται και το μισθωτήριο συμβόλαιο, ακόμη και ως ιδιαίτερο έντυπο, αφού τα βασικά δεδομένα του εμπεριέχονται στο θεωρημένο βιβλίο κίνησης οχημάτων.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΟ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ

Ονοματεπώνυμο ή επωνυμία - Διεύθυνση μισθωτή

Ωρα και Ημερομηνία

Αιτιολογία

Συμφωνηθέν Μίσθωμα

Τόπος Επιστροφής

α/α ΑΠΥ

Αξία ΑΠΥ

Αναχώρηση

Επιστροφή

               

2.18.2. Τήρηση βιβλίου ή δελτίου εντολών (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της νέας περ. ιθ’ θεσπίζεται υποχρέωση από 1.1.2003 για τον μεσίτη αστικών συμβάσεων, αγοράς ή πώλησης και ενοικίασης ακινήτων, να τηρεί θεωρημένο βιβλίο (Κωδ. TAXIS 284) ή διπλότυπο θεωρημένο δελτίο εντολών (Κωδ. TAXIS 285). Η υποχρέωση αυτή δεν καταλαμβάνει τους επιτηδευματίες που ασχολούνται με εκτιμήσεις της αξίας ακινήτων ή άλλες μεσιτείες.

Τρόπος τήρησης

Στο βιβλίο ή δελτίο εντολών καταχωρούνται:

α) Το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία και η διεύθυνση του εντολέα. Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που ο εντολέας λειτουργεί για λογαριασμό τρίτου (στο όνομα του οποίου θα εκδοθεί η ΑΠΥ), πρέπει στο βιβλίο ή δελτίο εντολών να καταχωρηθούν και τα στοιχεία του τρίτου (ονοματεπώνυμο ή επωνυμία και διεύθυνση).

β) Η χρονολογία της εντολής. Διευκρινίζεται ότι ο τρόπος μεταβίβασης της εντολής δεν επηρεάζει την υποχρέωση τήρησης του βιβλίου ή δελτίου εντολών [π.χ. γραπτή, προφορική, με τηλεομοιοτυπία (tax) ή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail)].

γ) Το είδος του ακινήτου. Π.χ. οικόπεδο, κτίριο, αγροτεμάχιο, οικία κ.λπ.

δ) Η διεύθυνση ή η περιοχή, εφόσον δεν υπάρχει διεύθυνση, του ακινήτου.

ε) Τα τετραγωνικά μέτρα του ακινήτου.

στ) Η συμφωνούμενη αμοιβή. Διευκρινίζεται ότι η αμοιβή μπορεί να αφορά συγκεκριμένο μέγεθος ή ποσοστό επί της αξίας του ακινήτου.

ζ) Η χρονολογία ολοκλήρωσης της εντολής.

η) Το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία και η διεύθυνση του αντισυμβαλλόμενου.

Στο βιβλίο εντολών μπορεί να καταχωρούνται χωριστά οι εντολείς αγοράς και οι εντολείς πώλησης.

Παρέχεται η δυνατότητα οι εντολές που έχουν ληφθεί πριν την 1.1.2003 να καταχωρηθούν στο βιβλίο εντολών ή να εκδοθούν δελτία εντολών μέχρι την 31.3.2003, με την ένδειξη ότι αφορά παλαιά εντολή (πριν την 1.1.2003).

Χρόνος ενημέρωσης

Η ενημέρωση και εκτύπωση (επί μηχανογραφικής τήρησης) του βιβλίου ή δελτίου εντολών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου, διενεργείται με τη λήψη της εντολής.

Σημειώνεται ότι στις περιπτώσεις που λαμβάνονται εντολές εκτός της επαγγελματικής εγκατάστασης (κεντρικό ή υποκατάστημα) του μεσίτη, η καταχώριση στο βιβλίο ή δελτίο εντολών μπορεί να διενεργείται εντός της επομένης από την επιστροφή του στην επαγγελματική εγκατάσταση.

Τρόπος έκδοσης στοιχείων

Οι μεσίτες αστικών συμβάσεων, αγοράς ή πώλησης και ενοικίασης ακινήτων, από 1.1.2003, ως πρόσωπα υπαγόμενα στην ΑΥΟ ΠΟΛ.1166/2002, εκδίδουν υποχρεωτικά και σε κάθε περίπτωση (προς επιτηδευματίες ή ιδιώτες) αθεώρητες ΑΠΥ με την ολοκλήρωση της εντολής, με την υποχρέωση καταχώρισης του α/α της ΑΠΥ και την αξία αυτής, μέχρι το τέλος της επόμενης ημέρας έκδοσής της, στο δελτίο ή βιβλίο εντολών.

Διευκρινίζεται ότι, στις περιπτώσεις που δεν λαμβάνεται αμοιβή από τον εντολέα, πρέπει να εκδίδονται αθεώρητες ΑΠΥ με την ένδειξη «Δωρεάν». Επίσης, στις περιπτώσεις που δεν λαμβάνεται αμοιβή από τον εντολέα αλλά μόνο από τον αντισυμβαλλόμενο, πρέπει ο α/α και η αξία της εκδιδόμενης ΑΠΥ να καταχωρούνται στο βιβλίο ή δελτίο εντολών.

Λοιπές διευκρινίσεις

Επισημαίνεται ότι όλοι οι ως άνω επιτηδευματίες που υποχρεώνονται στην τήρηση πρόσθετων βιβλίων της παρ. 5 του άρθρου 10 του ΚΒΣ, από 1.1.2003 εντάσσονται υποχρεωτικά στο μέτρο της απαλλαγής από τη θεώρηση των φορολογικών τους στοιχείων (για τις συναλλαγές που καταχωρούνται στα βιβλία αυτά), βάσει των διατάξεων της ΑΥΟ ΠΟΛ.1166/2002.

Η υποβολή της κατάστασης ένταξης στο υπόψη μέτρο, που προβλέπεται από την ως άνω ΑΥΟ και κατά συνέπεια η έναρξη έκδοσης αθεώρητων φορολογικών στοιχείων, γίνεται αφού προηγουμένως εξαντληθούν τα θεωρημένα αποθέματα, γεγονός που μπορεί να συμβεί μέσα στο 2003, 2004 κ.λπ. Λεπτομερείς οδηγίες αναφορικά με την εφαρμογή του μέτρου της απαλλαγής από τη θεώρηση φορολογικών στοιχείων, βάσει των διατάξεων της ΑΥΟ ΠΟΛ.1166/2002 (ΦΕΚ 728/Β’/13.6.2002), έχουν δοθεί με την υπ’ αριθ. 1061911/438/0015/ΠΟΛ.1198/23.7.2002 εγκύκλιο.

ΑΡΘΡΟ 3

ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ – ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΕΙΣ ΣΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Παράγραφος 1. Περιορισμός της υποχρέωσης έκδοσης δελτίων αποστολής από τους αγρότες (Ισχύς από 1.1.2003)

3.1.1. Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 11 και με το δεύτερο εδάφιο περιορίζεται η υποχρέωση έκδοσης δελτίου αποστολής από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ.

- Η υποχρέωση έκδοσης δελτίων αποστολής από τα ως άνω πρόσωπα παραμένει μόνο στις περιπτώσεις που διακινούν οπωρολαχανικά, άνθη και φυτά με σκοπό την πώληση (είτε απευθείας – είτε μέσω τρίτων), την επεξεργασία ή τη συσκευασία τους και ανεξάρτητα από το μέσο μεταφοράς (Ι.Χ. ή Δ.Χ. μεταφορικό μέσο).

- Για τα λοιπά αγροτικά προϊόντα που δεν κατονομάζονται στις διατάξεις της παραγράφου αυτής (κτηνοτροφικά, πτηνοτροφικά, μελισσοκομικά κ.λπ.), η υποχρέωση έκδοσης δελτίου αποστολής από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ υφίσταται αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις που μεταφέρονται τα προϊόντα αυτά με Δ.Χ. μεταφορικά μέσα και για τις ίδιες ως άνω αιτίες, δηλαδή όταν μεταφέρονται με σκοπό την πώληση (είτε απευθείας είτε μέσω τρίτων), την επεξεργασία ή τη συσκευασία.

3.1.2. Επισημάνσεις

- Οι ειδικές ρυθμίσεις που έχουν γίνει με την Εγκύκλιο 3/1992 αναφορικά με τις περιπτώσεις για τις οποίες μπορεί να μην εκδίδεται δελτίο αποστολής από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ (παράδοση προϊόντων στις εγκαταστάσεις τους με υποχρέωση μεταφοράς από τον αγοραστή, διακίνηση ίδιων προϊόντων για αποθήκευση ή συγκέντρωση σε προκαθορισμένα σημεία για να πωληθούν στη συνέχεια, μεταφορά ελαιοκάρπου από τους ελαιώνες προς τα ελαιοτριβεία κ.λπ.) εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη εφαρμογής των νέων διατάξεων, ανεξάρτητα από το είδος του αγροτικού προϊόντος που μεταφέρεται και του μέσου μεταφοράς (Ι.Χ. ή Δ.Χ.).

- Επίσης, εξακολουθεί να ισχύει η απαλλαγή από την έκδοση δελτίου αποστολής από τους παραγωγούς για τη διακίνηση σύσπορου βάμβακος, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τίθενται από τις διατάξεις της υπ’ αριθ. 1097303/773/0015/ΠΟΛ.1237/18.10.2001 ΑΥΟ (ΦΕΚ 1393/Β’), με την οποία θεσμοθετήθηκε η απαλλαγή αυτή, ανεξάρτητα από το μέσο μεταφοράς.

Παράγραφος 2. Υποχρεωτική αναγραφή στο δελτίο αποστολής και του ΑΦΜ του παραλήπτη των αγαθών (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής απαλείφεται στο πρώτο εδάφιο της περ. α’ της παρ. 5 του άρθρου 11 η φράση «εκτός του αριθμού φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) του παραλήπτη» και πλέον καθιερώνεται η αναγραφή στο δελτίο αποστολής, εκτός των μέχρι σήμερα οριζόμενων στοιχείων και του ΑΦΜ του παραλήπτη των αγαθών ως υποχρεωτικό στοιχείο του περιεχομένου του.

Η καθιέρωση της ως άνω υποχρέωσης παρέχει τη δυνατότητα στον φορολογικό έλεγχο και κυρίως στον προληπτικό, μετά και από την εφαρμογή του μέτρου περί αθεώρητων φορολογικών στοιχείων βάσει της ΑΥΟ ΠΟΛ.1166/2002 (ΦΕΚ 728/Β’/13.6.2002), να επαληθεύει την ταυτότητα του παραλήπτη των αγαθών χωρίς αμφισβητήσεις, αφού ο ΑΦΜ αποτελεί μοναδικό στοιχείο ταυτοποίησης μετά τα οριζόμενα και στην υπ’ αριθ. 1027411/842/ΔΜ/26.2.1998 ΑΥΟ (ΦΕΚ 193/Β’/1998) της Διεύθυνσης Μητρώου, όπως ισχύει.

Οπως είναι φανερό από τα ανωτέρω, σκοπός της καθιέρωσης της σχετικής υποχρέωσης είναι η ευχερέστερη παρακολούθηση και διασταύρωση των συναλλαγών των επιτηδευματιών με άλλους επιτηδευματίες ή με τα πρόσωπα των παρ. 3 και 4 του άρθρου 2 του ΚΒΣ (χονδρικές πωλήσεις – τιμολόγια) και όχι με τους ιδιώτες.

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που το δελτίο αποστολής αφορά λιανική πώληση αγαθών (ΑΛΠ), μπορεί να μην αναγράφεται σ’ αυτό ο ΑΦΜ του ιδιώτη παραλήπτη των αγαθών και να καλύπτεται η σχετική υποχρέωση με την αναγραφή της λέξης «ιδιώτης».

Επισημαίνεται ακόμη ότι δεν υφίσταται θέμα αναγραφής ΑΦΜ στις διακινήσεις αγαθών με απλό δελτίο αποστολής (π.χ. διακίνηση αγροτικών προϊόντων από παραγωγό σε λαϊκή αγορά) ή συγκεντρωτικό δελτίο αποστολής για πωλήσεις προς διάφορους παραλήπτες, αφού οι διακινήσεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο – παραλήπτη, αλλά «διάφορους παραλήπτες».

Παράγραφος 3. Κατάργηση της απόδειξης ποσοτικής παραλαβής των αγροτικών προϊόντων και της κατάστασης ανά παραγωγό πωλητή - Εκδοση δελτίου ποσοτικής παραλαβής και για τις αγορές αγροτικών προϊόντων (Ισχύς από 1.1.2003)

3.3.1. Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 6 του άρθρου 12 και έτσι απλοποιείται το σύστημα έκδοσης στοιχείων στις αγορές αγροτικών προϊόντων και εφαρμόζεται πλέον και για τις συναλλαγές αυτές ό,τι ισχύει και στις λοιπές περιπτώσεις αγοράς – πώλησης αγαθών, αναφορικά με τον τρόπο και τον χρόνο τιμολόγησής τους.

Ειδικότερα:

· Παραλαβή αγροτικών προϊόντων από αγοραστές, που δεν συνοδεύονται με δελτίο αποστολής

Με τις νέες διατάξεις, οι αγοραστές αγροτικών προϊόντων εκδίδουν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 10 του ΚΒΣ (όπως τέθηκαν και ισχύουν με την παρ. 11 του άρθρου 2 του Ν.3052/2002) δελτίο ποσοτικής παραλαβής (ή τηρούν βιβλίο ποσοτικής παραλαβής), αντί της έκδοσης απόδειξης ποσοτικής παραλαβής στις περιπτώσεις παραλαβής αγροτικών προϊόντων που δεν συνοδεύονται με δελτίο αποστολής.

· Επαναλαμβανόμενες αγορές αγροτικών προϊόντων

Για τις επαναλαμβανόμενες αγορές αγροτικών προϊόντων εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 12 του ΚΒΣ, δηλαδή δεν υπάρχει η υποχρέωση, όπως με τις προϊσχύσασες διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 12, έκδοσης στοιχείου παραλαβής εφόσον τα αγροτικά προϊόντα συνοδεύονται με δελτίο αποστολής.

· Με τις νέες διατάξεις καταργείται επίσης, επί επαναλαμβανόμενων αγορών αγροτικών προϊόντων, η υποχρεωτική τήρηση κατάστασης σε μερίδες ανά παραγωγό – πωλητή και εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 12 του ΚΒΣ, δεν απαιτείται δηλαδή η σύνταξη κατάστασης εφόσον τα δεδομένα της προκύπτουν από τα πρόσθετα βιβλία του άρθρου 10 του ΚΒΣ ή όταν το τιμολόγιο που εκδίδεται περιέχει αναλυτικά όλα τα δεδομένα που απαιτούνται από τις κατ’ ιδίαν διατάξεις.

Επισήμανση

Παρέχεται η δυνατότητα χρησιμοποίησης ως δελτίων ποσοτικής παραλαβής των ήδη θεωρημένων αποδείξεων ποσοτικής παραλαβής, μέχρι εξάντλησής τους, χωρίς αλλαγή του τίτλου τους.

3.3.2. Οι ειδικές ρυθμίσεις που έχουν γίνει από τη διοίκηση για διάφορο τρόπο έκδοσης τιμολογίων αγοράς αγροτικών προϊόντων σε ορισμένες περιπτώσεις (Εγκύκλιος 3/1992 - τιμολόγιο γαλακτοκομικών προϊόντων κ.λπ.), εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εφαρμογή των νέων διατάξεων.

Παράγραφος 4. Υποχρεωτική αναγραφή στα τιμολόγια του α/α του σχετικού δελτίου ποσοτικής παραλαβής, όταν για τη διακίνηση των αγαθών δεν έχει εκδοθεί δελτίο αποστολής (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 9 του άρθρου 12 και καθιερώνεται η υποχρεωτική αναγραφή στα τιμολόγια του α/α του σχετικού δελτίου (ή δελτίων) ποσοτικής παραλαβής, όταν για τη διακίνηση των αγαθών που παραλήφθηκαν δεν έχει εκδοθεί δελτίο αποστολής.

Με τις νέες διατάξεις καλύπτεται το νομοθετικό κενό που προέκυψε από υπάρχουσα υποχρέωση, ώστε να επιτυγχάνεται ο πληρέστερος έλεγχος των συναλλαγών και να καθίστανται πιο ευχερείς οι ελεγκτικές επαληθεύσεις και διασταυρώσεις.

Παράγραφος 5. Υποχρεωτική αναγραφή του ΑΦΜ των δημόσιων υπηρεσιών στα τιμολόγια που εκδίδονται προς αυτές (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προστίθεται στο τέλος της παρ. 10 του άρθρου 12 μετά τη λέξη «διεύθυνση» η φράση «καθώς και ο Α.Φ.Μ.» και πλέον καθίσταται υποχρεωτική η αναγραφή του ΑΦΜ του Δημοσίου και των εξομοιούμενων μ’ αυτό προσώπων, καθώς και των λοιπών οργανισμών, στα τιμολόγια που εκδίδονται προς τα πρόσωπα αυτά. Με τις νέες διατάξεις καλύπτεται το νομοθετικό κενό που προέκυψε από υπάρχουσα υποχρέωση και για τα πρόσωπα αυτά (Δημόσιο, ΝΠΔΔ, οργανισμοί κ.λπ.) να λαμβάνουν υποχρεωτικά ΑΦΜ.

Παράγραφος 6. Προσδιορισμός χρόνου έκδοσης Τιμολογίου Παροχής Υπηρεσιών (ΤΠΥ) ή Απόδειξης Παροχής Υπηρεσιών (ΑΠΥ), όταν παρέχεται δικαίωμα λήψης υπηρεσιών, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, έναντι προκαθορισμένης και απαιτητής αμοιβής (Ισχύς από 1.1.2003)

3.6.1. Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προστίθεται νέο εδάφιο στο τέλος της παρ. 14 του άρθρου 12 του ΚΒΣ, για την κάλυψη νομοθετικού κενού που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια από την ανάπτυξη νέων μορφών συναλλαγών που πληρούν τα χαρακτηριστικά της συνδρομής.

Ετσι, στις περιπτώσεις που συμφωνείται καταβολή ποσού, προκειμένου ο πελάτης να αποκτήσει δικαίωμα λήψης υπηρεσιών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα από το πλήθος αυτών (ορισμένο ή όχι), το τιμολόγιο εκδίδεται κατά τον χρόνο που απαιτείται το συμφωνηθέν ποσό και ο πελάτης αποκτά το σχετικό δικαίωμα λήψης των υπηρεσιών. Εκδίδεται δηλαδή κατά τον χρόνο που καταβάλλεται προκαθορισμένη αμοιβή – ποσό, ανεξάρτητα του τρόπου καταβολής (μετρητοίς, επιταγές, πιστωτικές κάρτες κ.λπ.) και πριν από την έναρξη της παροχής της υπηρεσίας ή διαρκούσης αυτής, ως προαπαίτηση για να αποκτήσει ο πελάτης το δικαίωμα λήψης ή χρήσης των υπηρεσιών, για ορισμένο χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα από το πλήθος αυτών (συγκεκριμένο ή όχι). Αντίθετα, όταν η αμοιβή καθορίζεται ανά γεγονός ή ανά μονάδα παρεχόμενης υπηρεσίας, το τιμολόγιο εκδίδεται σύμφωνα με τις ισχύουσες λοιπές γενικές διατάξεις των παρ. 14 και 15 του άρθρου 12 του ΚΒΣ.

Διευκρίνιση

Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει τις περιπτώσεις συνδρομητών ληπτών υπηρεσιών και όχι αγαθών. Ετσι, δεν καταλαμβάνει τις περιπτώσεις συνδρομών εφημερίδων και περιοδικών.

3.6.2. Για να είναι ευχερείς οι ελεγκτικές επαληθεύσεις στα εκδιδόμενα τιμολόγια, σύμφωνα με τη νέα διάταξη, κρίνεται σκόπιμο να αναγράφονται εκτός των άλλων και τα εξής:

α) Το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα για το οποίο ο πελάτης απέκτησε το δικαίωμα λήψης των υπηρεσιών και, εφόσον υφίσταται συμφωνητικό, να γίνεται μνεία σ’ αυτό.

β) Σε περίπτωση που οι υπηρεσίες οι οποίες πρόκειται να παρασχεθούν, επεκτείνονται πέραν της διαχειριστικής περιόδου, να αναγράφονται διακεκριμένα τα ποσά που αντιστοιχούν στο τμήμα της κάθε διαχειριστικής περιόδου, ώστε να γίνεται η ενημέρωση των τηρούμενων βιβλίων για έσοδα παρούσας και επόμενων χρήσεων.

γ) Εφόσον στο τιμολόγιο γίνεται μνεία συμφωνητικού, να υπάρχει στην επιχείρηση διαθέσιμο σχετικό αρχείο, το οποίο θα τίθεται άμεσα στη διάθεση του φορολογικού ελέγχου.

3.6.3. Τα ανωτέρω αναφερόμενα εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών στο κοινό (ΑΠΥ), σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 13 του Π.Δ.186/1992 (ΚΒΣ).

3.6.4. Ενδεικτικές περιπτώσεις λήψης υπηρεσιών που καταλαμβάνει η διάταξη αυτή, είναι οι υπηρεσίες που παρέχονται έναντι συνδρομής από τα ινστιτούτα αισθητικής, τα γυμναστήρια, οι υπηρεσίες οδικής βοήθειας κ.λπ.

Αντίθετα, δεν εμπίπτουν στη διάταξη αυτή οι παρεχόμενες υπηρεσίες, όπως:

α) Οι χρονομεριστικές μισθώσεις τουριστικών καταλυμάτων. Για τις μισθώσεις αυτές οι αποδείξεις εκδίδονται σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει δεκτά με την υπ’ αριθ. Ε.10976/5/ΠΟΛ.243/13.8.1988 εγκύκλιό μας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει.

β) Οι συμβάσεις που συνάπτουν τα ξενοδοχεία με τουριστικά πρακτορεία, σύμφωνα με τις οποίες διαθέτουν ορισμένα ή όλα τα δωμάτιά τους έναντι συγκεκριμένου ποσού και για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (μηνών) εντός του έτους (συμβάσεις commitment).

Για τις περιπτώσεις αυτές, οι αποδείξεις εκδίδονται κατά τον χρόνο και για το τμήμα της αμοιβής που καθίσταται απαιτητό από τον δικαιούχο κάθε φορά, μετά την έναρξη της παροχής των υπηρεσιών με βάση το περιεχόμενο της σύμβασης, σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει δεκτά με το υπ’ αριθ. 1036450/229/0015/6.4.1999 έγγραφο προς τη Διεύθυνση ΦΠΑ.

γ) Οι υπηρεσίες εκπαίδευσης που παρέχουν τα φροντιστήρια, ινστιτούτα ξένων γλωσσών, εκπαιδευτήρια, επαγγελματικές σχολές κ.λπ. Για τις υπηρεσίες αυτές οι ΑΠΥ εξακολουθούν να εκδίδονται σύμφωνα με τις ισχύουσες λοιπές γενικές διατάξεις των παρ. 14 και 15 του άρθρου 12 του Π.Δ.186/1992 (ΚΒΣ).

3.6.5. Για την πληρέστερη κατανόηση των ανωτέρω, παραθέτουμε ενδεικτικά τα ακόλουθα παραδείγματα:

Παράδειγμα 1ο

Εκμεταλλευτής γυμναστηρίου συνάπτει με ιδιώτη συμφωνία στις 25.1.2003, με την οποία του παρέχει το δικαίωμα, έναντι αμοιβής 100 ευρώ, να κάνει χρήση των υπηρεσιών του γυμναστηρίου για το χρονικό διάστημα από 1/2-31/3/2003, με απεριόριστες επισκέψεις ανά μήνα ή περιοριστικά για 40 επισκέψεις για το ίδιο χρονικό διάστημα και προκειμένου να του παραχωρήσει το εν λόγω δικαίωμα απαιτεί την καταβολή ολόκληρου του ποσού που συμφωνήθηκε στις 25.1.2003.

Απάντηση

Εκδοση ΑΠΥ με ημερομηνία 25.1.2003, για ολόκληρο το ποσό των 100 ευρώ.

Παράδειγμα 2ο

Στην ίδια ως άνω περίπτωση συμφωνείται η καταβολή ποσού 40 ευρώ στις 25.1.2003 και το υπόλοιπο να καταβληθεί τμηματικά μέχρι την ημερομηνία λήξης του χρονικού διαστήματος για το οποίο παρασχέθηκε το δικαίωμα λήψης των υπηρεσιών στον πελάτη, δηλαδή μέχρι τις 31.3.2003. Εστω καταβολή ποσού 30 ευρώ στις 5.2.2003 και 30 ευρώ στις 29.3.2003.

Απάντηση

Στην περίπτωση αυτή θα εκδοθούν τρεις (3) ΑΠΥ ως εξής:

α) Εκδοση ΑΠΥ στις 25.1.2003 για το ποσό των 40 ευρώ.

β) Εκδοση ΑΠΥ στις 5.2.2003 για το ποσό των 30 ευρώ και

γ) Εκδοση ΑΠΥ στις 29.3.2003 για το ποσό των 30 ευρώ.

Παράδειγμα 3ο

Επιχείρηση παροχής υπηρεσιών οδικής βοήθειας συμφωνεί με πελάτη της επιτηδευματία να του παρέχει τις υπηρεσίες της, έναντι περιοδικής καταβολής ποσού 80 ευρώ ανά εξάμηνο, αρχής γενομένης από 30.1.2003. Για να αποκτήσει ο πελάτης το δικαίωμα λήψης των υπηρεσιών, προαπαιτείται η καταβολή του ποσού που συμφωνήθηκε την πρώτη ημέρα κάθε εξαμήνου.

Απάντηση

Εκδοση ΤΠΥ για το ποσό των 80 ευρώ στις 30.1.2003, 30.7.2003, 30.1.2004 κ.ο.κ. Στο τιμολόγιο που θα εκδοθεί κατά τα ανωτέρω στις 30.7.2003 πρέπει να γίνει μνεία του ποσού που αφορά τη χρήση 1/1-31/12/2003 και του ποσού που αφορά την επόμενη χρήση, εφόσον η επιχείρηση κλείνει διαχειριστική περίοδο στις 31 Δεκεμβρίου.

Παράγραφος 7. Μη αναγραφή του ονοματεπώνυμου του αγοραστή στις ΑΛΠ – Παροχή έκπτωσης εκ των υστέρων επί λιανικής πώλησης αγαθών και για συγκεκριμένους λόγους (Ισχύς από 1.1.2003)

3.7.1. Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής καταργούνται οι διατάξεις του δεύτερου και τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 13 του Π.Δ.186/1992 (ΚΒΣ), σύμφωνα με τις οποίες υπήρχε η υποχρέωση αναγραφής στις ΑΛΠ αγαθών και υπηρεσιών αξίας άνω των 30 ευρώ του ονοματεπώνυμου του αγοραστή και κατά συνέπεια από την ημερομηνία ισχύος των διατάξεων της παρούσας παραγράφου (1.1.2003) και εφεξής δεν υφίσταται τέτοια υποχρέωση.

3.7.2. Ακόμη, με τις ίδιες διατάξεις καθιερώνεται για πρώτη φορά η δυνατότητα έκδοσης φορολογικού στοιχείου (απόδειξη επιστροφής) για έκπτωση που χορηγείται εκ των υστέρων, μετά δηλαδή από την έκδοση της ΑΛΠ, για συγκεκριμένους λόγους και ειδικότερα:

α) Απόδειξη επιστροφής για παροχή έκπτωσης εκ των υστέρων λόγω ελαττώματος

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, μπορεί να εκδοθεί απόδειξη επιστροφής για την παροχή έκπτωσης και για διαφορές που επηρεάζουν την αξία της αρχικής ΑΛΠ, στις περιπτώσεις πώλησης όλων των αγαθών (διαρκών καταναλωτικών ή όχι) που διαπιστώνεται εκ των υστέρων ελάττωμα και παρά τη διαπίστωση αυτή ο πελάτης συμφωνεί στην παροχή έκπτωσης (λόγω του ελαττώματος), χωρίς να επιστρέψει το αγαθό.

β) Απόδειξη επιστροφής για παροχή έκπτωσης εκ των υστέρων σε περιπτώσεις που η λιανική πώληση αφορά διαρκή καταναλωτικά αγαθά

Επιπλέον της περ. α’, απόδειξη επιστροφής μπορεί να εκδοθεί και για την παροχή έκπτωσης εκ των υστέρων στις περιπτώσεις που η λιανική πώληση αφορά διαρκή καταναλωτικά αγαθά, κατά την έννοια των διατάξεων της περ. θ’ της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν.2238/1994, των οποίων η αρχική τιμή είχε επιβαρυνθεί λόγω διακανονισμού, π.χ. παροχή έκπτωσης επί τόκων που είχαν επιβαρύνει την αρχική τιμή του διαρκούς καταναλωτικού αγαθού, λόγω πρόωρης αποπληρωμής του τιμήματος.

Διευκρινίζεται ότι διαρκή καταναλωτικά αγαθά, κατά την έννοια των διατάξεων της περ. θ’ της παρ. 1 του άρθρου 31 του Ν.2238/1994 (ΦΕΚ 151/Α’), είναι τα περιοριστικά αναφερόμενα στους Κωδικούς 501-503, 521-528 και 721-726 της έρευνας οικογενειακών προϋπολογισμών των ετών 1993–1994 της ΕΣΥΕ, δηλαδή τα ακόλουθα:

501 – Επιπλα ξύλινα και μεταλλικά

502 - Φωτιστικά και είδη διακόσμησης

503 - Καλύμματα δαπέδου

521 - Ηλεκτρικές κουζίνες

522 - Πλυντήρια ρούχων, στεγνωτήρια, σιδερωτήρια

523 - Ψυγεία, καταψύκτες

524 - Πλυντήρια πιάτων

525 - Συσκευές θέρμανσης χώρου ή νερών

526 - Ηλεκτρικές σκούπες και παρκετέζες

527 - Ραπτομηχανές και πλεκτομηχανές

528 - Λοιπές οικιακές συσκευές

721 - Ραδιόφωνα, κασετόφωνα, στερεοφωνικά

722 - Τηλεοράσεις, βίντεο

723 - Ηλεκτρονικοί υπολογιστές

724 - Ηλεκτρονικά παιχνίδια, συσκευές τηλεφώνου κ.λπ.

725 - Φωτογραφικές και κινηματογραφικές μηχανές

726 - Μουσικά όργανα

3.7.3. Περιεχόμενο απόδειξης επιστροφής – Μη θεώρησή της

Η απόδειξη επιστροφής που εκδίδεται σύμφωνα με τα ανωτέρω είναι αθεώρητη, αναγράφονται δε σ’ αυτή εκτός των άλλων το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του πελάτη, το είδος και η ποσότητα του αγαθού, καθώς και ο α/α της σχετικής (αρχικής) ΑΛΠ.

Επισήμανση

Τα ανωτέρω αφορούν εκπτώσεις εκ των υστέρων, χωρίς να λάβει χώρα επιστροφή του αγαθού.

Για τις περιπτώσεις επιστροφής λιανικώς πωληθέντων αγαθών από τον πελάτη στον πωλητή και επιστροφή όλης της αξίας του αγαθού που επιστρέφεται (χωρίς δηλαδή την παροχή έκπτωσης για τους προαναφερόμενους λόγους), εκδίδεται απόδειξη επιστροφής για ολόκληρη την αξία του αγαθού, σύμφωνα με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 13 του ΚΒΣ, όπως ισχύουν.

Παράγραφος 8. Χρόνος έκδοσης της ΑΛΠ, όταν για τη διακίνηση έχει προηγηθεί η έκδοση δελτίου αποστολής (Ισχύς από 1.1.2003)

3.8.1. Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 3 του άρθρου 13 του ΚΒΣ και παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης της ΑΛΠ σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν προηγουμένως για τη διακίνηση του αγαθού έχει εκδοθεί δελτίο αποστολής.

Ως γνωστόν, η ΑΛΠ εκδίδεται κατά την παράδοση ή την έναρξη αποστολής του αγαθού. Με τις νέες διατάξεις, κατ’ εξαίρεση, παρέχεται η δυνατότητα, στις περιπτώσεις λιανικής πώλησης αγαθών που για τη διακίνησή τους έχει εκδοθεί δελτίο αποστολής, να εκδίδεται η απόδειξη το αργότερο μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα από τον μήνα αποστολής του αγαθού, με ημερομηνία έκδοσης την τελευταία ημέρα του μήνα αποστολής και όχι πέραν της διαχειριστικής περιόδου.

Κατά τον ως άνω χρόνο έκδοσης της ΑΛΠ, δεν θίγεται η κανονικότητα απόδοσης του ΦΠΑ και διευκολύνονται οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις.

Παράδειγμα

Ο Α’ έμπορος διακίνησε λόγω λιανικής πώλησης με δελτίο αποστολής αγαθά προς τον Β’ πελάτη του – ιδιώτη στις 12.11.2003. Η ΑΛΠ μπορεί να εκδοθεί μέχρι 10.12.2003, με ημερομηνία έκδοσης την 31.11.2003.

Σε περίπτωση που ο Α’ έμπορος διακίνησε λόγω λιανικής πώλησης με δελτίο αποστολής αγαθά προς τον Β’ πελάτη του - ιδιώτη στις 31.12.2003, η ΑΛΠ μπορεί να εκδοθεί μέχρι τις 10.1.2004, με ημερομηνία έκδοσης την 31.12.2003.

Επισημάνσεις

α) Οι επιτηδευματίες που εκδίδουν τις ΑΛΠ με τη χρήση φ.τ.μ. του Ν.1809/1988, μπορούν να εκδίδουν την ΑΛΠ, στις περιπτώσεις που έχει προηγηθεί η έκδοση δελτίου αποστολής κατά τα ανωτέρω, μέχρι την τελευταία ημέρα του μήνα αποστολής και όχι μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επομένου, δεδομένου ότι οι εν λόγω ταμειακές μηχανές δεν έχουν τη δυνατότητα έκδοσης αποδείξεων με προγενέστερη ημερομηνία. Παρέχεται ακόμα η δυνατότητα, για τις περιπτώσεις διακινήσεων λιανικώς πωληθέντων αγαθών που αφορούν το τελευταίο πενθήμερο του μήνα, να εκδίδονται οι αποδείξεις στον χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου αυτής [μέχρι τη δέκατη (10η) ημέρα του επόμενου μήνα] από τα ήδη θεωρημένα χειρόγραφα στελέχη που χρησιμοποιούνται σε περίπτωση βλάβης ή διακοπής λειτουργίας των ταμειακών μηχανών.

β) Αυτονόητο είναι ότι η διάταξη αυτή δεν καταλαμβάνει τον χρόνο έκδοσης της ΑΛΠ επί εκτέλεσης οποιουδήποτε τεχνικού έργου ή εγκατάστασης που ανήκει σε ιδιώτη, η οποία εξακολουθεί να εκδίδεται κατά την παράδοση του έργου ή της εγκατάστασης και πάντως πριν από το τέλος της διαχειριστικής περιόδου για το έργο που έχει εκτελεστεί, δεδομένου ότι δεν υπάρχει συσχέτιση - αντιστοιχία των δελτίων αποστολής που συνοδεύουν τα υλικά και ενσωματώνονται στο έργο με το είδος του έργου (άρθρο 13, παρ. 3 του ΚΒΣ, όπως ισχύει).

Παράγραφος 9. Κατάργηση υποβολής αντιτύπου του δελτίου κίνησης τουριστικών λεωφορείων – Υποβολή κατάστασης από τους υπόχρεους σε έκδοσή του (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής καταργούνται οι διατάξεις του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 13α’ του ΚΒΣ, σύμφωνα με τις οποίες οι εκμεταλλευτές τουριστικών λεωφορείων υπέβαλαν στις ΔΟΥ των αντισυμβαλλόμενων επιτηδευματιών το δεύτερο αντίτυπο του δελτίου κίνησης των τουριστικών λεωφορείων και με την παρ. 9 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου (Ν.3052/2002) μεταφέρεται η υποχρέωση υποβολής στοιχείων για διασταύρωση και για τις συναλλαγές αυτές στις διατάξεις του άρθρου 20 του ΚΒΣ με την υποβολή καταστάσεων. Οδηγίες για τον τρόπο υποβολής των εν λόγω καταστάσεων παρατίθενται κατωτέρω στην ερμηνεία της παρ. 9 του άρθρου 4 του Ν.3052/2002.

ΑΡΘΡΟ 4

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΘΕΩΡΗΣΗ, ΔΙΑΦΥΛΑΞΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ –

ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Παράγραφος 1. Χρόνος ενημέρωσης του ημερολογίου αναλυτικής λογιστικής με τις εγγραφές της τελευταίας περιόδου της χρήσης - Χρόνος ενημέρωσης Μητρώου Παγίων (Ισχύς από 1.1.2003)

4.1.1. Χρόνος ενημέρωσης του ημερολογίου αναλυτικής λογιστικής

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνεται η περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 17 και επιμηκύνεται ο χρόνος ενημέρωσης του ημερολογίου αναλυτικής λογιστικής για την τελευταία περίοδο (μήνα ή τρίμηνο), κατά ένα (1) μήνα.

Ετσι, με τις νέες διατάξεις, το ημερολόγιο αναλυτικής λογιστικής για τις εγγραφές της τελευταίας περιόδου της χρήσης ενημερώνεται μέχρι το τέλος του μεθεπόμενου μήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου.

Παραδείγματα

- Λήξη τελευταίας περιόδου της χρήσης 31.12.2002 (μήνας Δεκέμβριος ή τρίμηνο Οκτωβρίου – Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου).

Το ημερολόγιο αναλυτικής λογιστικής ενημερώνεται μέχρι 28.2.2003.

- Λήξη τελευταίας περιόδου της χρήσης 30.6.2003 (μήνας Ιούνιος ή τρίμηνο Απριλίου – Μαϊου – Ιουνίου).

Το ημερολόγιο αναλυτικής λογιστικής ενημερώνεται μέχρι 31.8.2003.

Διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση τήρησης αναλυτικής λογιστικής σε ετήσια βάση, η ενημέρωση του ημερολογίου αναλυτικής λογιστικής γίνεται μέχρι το κλείσιμο του ισολογισμού.

4.1.2. Χρόνος ενημέρωσης Μητρώου Παγίων

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προστίθεται νέα περ. ε’ στην παρ. 2 του άρθρου 17 και ορίζεται ρητά ο χρόνος ενημέρωσης του Μητρώου Παγίων.

Ετσι, με τις νέες διατάξεις ορίζεται ρητά ότι το Μητρώο Παγίων, η τήρηση του οποίου θεσπίζεται πλέον υποχρεωτικά για τις επιχειρήσεις με βιβλία Γ’ κατηγορίας, ενημερώνεται μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού.

Παράγραφος 2. Ενημέρωση του βιβλίου αγορών και του βιβλίου εσόδων – εξόδων, όταν στο τέλος της χρήσης λαμβάνονται στοιχεία αγοράς αγαθών που δεν έχουν παραληφθεί (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 17 και ρυθμίζεται κατ’ ανάλογο τρόπο με τα βιβλία Γ’ κατηγορίας ο τρόπος καταχώρισης στα βιβλία αγορών και εσόδων – εξόδων των στοιχείων αγορών που λαμβάνονται χωρίς να έχουν παραληφθεί τα αγαθά.

Ειδικότερα, όταν στο τέλος της χρήσης λαμβάνονται στοιχεία αγοράς αγαθών που δεν έχουν ακόμη παραληφθεί, καταχωρούνται οι σχετικές εγγραφές σε ιδιαίτερη στήλη «Αγορές υπό παραλαβή» του βιβλίου αγορών και του βιβλίου εσόδων – εξόδων και τακτοποιούνται στη στήλη των αγορών με την παραλαβή των αγαθών.

Παράγραφος 3. Χρόνος καταγραφής αποθεμάτων των νομικών προσώπων του άρθρου 101 του Ν.2238/1994 (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προστίθεται τελευταίο εδάφιο στην παρ. 7 του άρθρου 17 και ορίζεται ότι η καταγραφή των αποθεμάτων των νομικών προσώπων του άρθρου 101 του Ν.2238/1994 που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση η οποία διαρκεί πέραν του έτους, γίνεται μέχρι τον χρόνο υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, λόγω της υποχρέωσής τους να συντάσσουν προσωρινό ισολογισμό σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 6 του κοινοποιούμενου νόμου.

Παράγραφος 4. Χρόνος σύνταξης του ισολογισμού για τις δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνεται η περ. β’ της παρ. 8 του άρθρου 17 και ορίζεται ρητά ότι η σύνταξη του ισολογισμού για τις δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις γίνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου.

Ουσιαστικά, με τη διάταξη αυτή καλύπτεται κενό των διατάξεων του ΚΒΣ για τον χρόνο σύνταξης ισολογισμού των ανωτέρω προσώπων.

Παράγραφος 5. Χρόνος ενημέρωσης του βιβλίου κίνησης πελατών (πόρτας) και των καθιερούμενων νέων πρόσθετων βιβλίων (Ισχύς από 1.1.2003)

4.5.1. Χρόνος ενημέρωσης του βιβλίου κίνησης πελατών (πόρτας)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνεται η περ. β’ της παρ. 10 του άρθρου 17 και ορίζεται πλέον ότι στο βιβλίο κίνησης πελατών (πόρτας) θα αναγράφεται με την άφιξη του πελάτη εκτός των άλλων δεδομένων και η ημερομηνία αναχώρησης (κατά δήλωσή του). Σε περίπτωση αλλαγής της ημερομηνίας αναχώρησης, διενεργείται σχετική καταχώριση με τη νέα ημερομηνία αναχώρησης.

4.5.2. Χρόνος ενημέρωσης των καθιερούμενων νέων πρόσθετων βιβλίων

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνονται οι διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 17 και ορίζεται ο χρόνος ενημέρωσης των καθιερούμενων νέων πρόσθετων βιβλίων ως εξής:

- Του βιβλίου συνδρομητών, με την εγγραφή και όχι πέρα από την έναρξη της παροχής υπηρεσίας.

- Του βιβλίου επίσκεψης ασθενών των γιατρών και των οδοντίατρων, με την είσοδο του ασθενή στον χώρο της εξέτασης.

- Του βιβλίου κίνησης οχημάτων, με την αναχώρηση και επιστροφή κάθε οχήματος, για οποιονδήποτε σκοπό.

- Του βιβλίου ή δελτίου εντολών, με τη λήψη της εντολής.

Διευκρινίζεται ότι:

- Το βιβλίο πελατών των παραϊατρικών επαγγελμάτων, το οποίο τηρείται υποχρεωτικά από 1.1.2003 σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 17 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου, ενημερώνεται με την έναρξη της παροχής υπηρεσίας, όπως και το βιβλίο πελατών των φυσιοθεραπευτών.

- Το βιβλίο ασθενών του εκμεταλλευτή κλινικής ή θεραπευτηρίου, στο οποίο από 1.1.2003 καταχωρούνται και τα δεδομένα του καταργούμενου βιβλίου εισόδου – εξόδου ασθενών, ενημερώνεται άμεσα κατά την είσοδο του ασθενή με την ημερομηνία εισόδου και τα στοιχεία του ασθενή και κατά την έξοδο του ασθενή με την ημερομηνία εξόδου, για τις λοιπές πράξεις εντός της επομένης από τη διενέργειά τους.

Παράγραφος 6. Επανάληψη αρίθμησης μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο με γνωστοποίηση (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τροποποιούνται οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 18 και ορίζεται ότι, για την επανάληψη της αρίθμησης μέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο στα βιβλία που τηρούνται σε κινητά φύλλα και στα στοιχεία, δεν απαιτείται πλέον έγκριση από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ, αλλά θα υποβάλλεται σχετική γνωστοποίηση.

Παράγραφος 7. Αλλαγές – Απλουστεύσεις στη θεώρηση βιβλίων και στοιχείων (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 1Α’ του άρθρου 19 και περιορίζεται η υποχρέωση των επιτηδευματιών για θεώρηση βιβλίων και καταστάσεων.

Ετσι, μετά από τις νέες διατάξεις, ο επιτηδευματίας έχει υποχρέωση να θεωρεί στον προϊστάμενο της ΔΟΥ πριν από τη χρησιμοποίησή τους τα παρακάτω βιβλία, ως εξής:

Α. Σε χειρόγραφη τήρηση βιβλίων

1. Το βιβλίο αγορών.

2. Το βιβλίο εσόδων – εξόδων.

3. Τα ημερολόγια πρωτογενών εγγραφών, περιλαμβανομένου και του ημερολογίου εγγραφών ισολογισμού, το γενικό καθολικό και το ημερήσιο διπλότυπο φύλλο συναλλαγών.

4. Το βιβλίο αποθήκης.

5. Το βιβλίο τεχνικών προδιαγραφών.

6. Τα πρόσθετα βιβλία ή δελτία του άρθρου 10. Επίσης, θεωρούνται τα πρόσθετα και ειδικά βιβλία που προβλέπονται από υπουργικές αποφάσεις (ΑΥΟ) που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση νόμου.

7. Το βιβλίο απογραφών και τις καταστάσεις της ποσοτικής καταχώρισης των αποθεμάτων.

Β. Σε μηχανογραφική τήρηση βιβλίων

1. Η μηνιαία κατάσταση του βιβλίου αγορών (Κωδικός θεώρησης TAXIS 286).

2. Η μηνιαία κατάσταση του βιβλίου εσόδων – εξόδων (Κωδικός θεώρησης TAXIS 287).

3. Το ισοζύγιο γενικού – αναλυτικών καθολικών (Κωδικός θεώρησης TAXIS 275).

4. Το CD-ROM του βιβλίου αποθήκης (Κωδικός θεώρησης TAXIS 276).

Διευκρινίζεται ότι οι επιτηδευματίες οι οποίοι έχουν θεωρήσει CD-ROM «Μηνιαίας Κατάστασης Βιβλίου αποθήκης» (Κωδικός θεώρησης TAXIS 277), η οποία δεν ορίζεται πλέον με τις νέες διατάξεις, μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν από 1.1.2003 για την εγγραφή των δεδομένων του βιβλίου αποθήκης, χωρίς την υποβολή σχετικής γνωστοποίησης.

5. Το βιβλίο τεχνικών προδιαγραφών.

6. Τα πρόσθετα βιβλία ή δελτία του άρθρου 10, περιλαμβανομένων και των πρόσθετων και ειδικών βιβλίων που προβλέπονται από υπουργικές αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση νόμου.

7. Το βιβλίο απογραφών και τις καταστάσεις της ποσοτικής καταχώρισης των αποθεμάτων.

Ειδικότερα, με τις νέες διατάξεις καταργείται η θεώρηση σε μηχανογραφική τήρηση βιβλίων:

α) Του βιβλίου αγορών και εσόδων – εξόδων. Αντί αυτών, θεωρείται η μηνιαία κατάσταση του βιβλίου αγορών και εσόδων – εξόδων, αντίστοιχα.

Λόγω της έναρξης εφαρμογής της διάταξης αυτής και για τη διευκόλυνση των επιχειρήσεων, παρέχεται η δυνατότητα εκτύπωσης των δεδομένων των καταστάσεων αυτών στα ήδη θεωρημένα και μη χρησιμοποιηθέντα μηχανογραφικά έντυπα του βιβλίου αγορών και εσόδων – εξόδων, χωρίς την υποβολή σχετικής γνωστοποίησης.

β) Των ημερολογίων πρωτογενών εγγραφών, περιλαμβανομένου και του ημερολογίου εγγραφών ισολογισμού, του ημερήσιου ισοζυγίου (Main Courante) ξενοδοχείων, του γενικού καθολικού και του ημερήσιου διπλότυπου φύλλου συναλλαγών. Αντί αυτών, θεωρείται ισοζύγιο γενικού – αναλυτικών καθολικών.

Η μη θεώρηση των ανωτέρω βιβλίων της περ. β’ προβλεπόταν και από την ΑΥΟ ΠΟΛ.1167/2002 από 1.9.2002.

γ) Του βιβλίου αποθήκης. Αντί αυτού, θεωρείται ο οπτικός δίσκος (CD–ROM) του βιβλίου αποθήκης (αναφορικά με τα θέματα τήρησης του βιβλίου αποθήκης σε CD–ROM, παραπέμπουμε στην παρ. 5.1.3.0 του άρθρου 5).

Η μη θεώρηση του βιβλίου αποθήκης προβλεπόταν και από την ΑΥΟ ΠΟΛ.1167/2002 από 1.9.2002.

Επίσης, καταργείται η θεώρηση ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησης των βιβλίων (χειρόγραφα ή μηχανογραφικά):

α) Του Μητρώου Παγίων. Η κατάργηση της θεώρησης του Μητρώου Παγίων καταλαμβάνει και το Μητρώο Παγίων της χρήσης που λήγει την 31.12.2002, δεδομένου ότι η προθεσμία ενημέρωσης και θεώρησης αυτού λήγει μετά την 1.1.2003 (ημερομηνία ισχύος της διάταξης αυτής).

Σημειώνεται ότι το Μητρώο Παγίων συνεχίζει να τηρείται θεωρημένο στις περιπτώσεις εκείνες που είναι συνενωμένο με άλλα θεωρημένα βιβλία, π.χ. «Βιβλίο επενδύσεων – Μητρώο παγίων».

β) Του βιβλίου παραγωγής κοστολογίου (εκτός του βιβλίου τεχνικών προδιαγραφών το οποίο εξακολουθεί να τηρείται θεωρημένο). Λόγω της έναρξης εφαρμογής της διάταξης αυτής, παρέχεται η ευχέρεια στις επιχειρήσεις να χρησιμοποιήσουν τα ήδη θεωρημένα και μη χρησιμοποιηθέντα έντυπα του βιβλίου παραγωγής κοστολογίου ως βιβλίο τεχνικών προδιαγραφών, μέχρι εξάντλησης αυτών, χωρίς την υποβολή σχετικής γνωστοποίησης.

γ) Των καταστάσεων απογραφής, εκτός των καταστάσεων ποσοτικής καταχώρισης των αποθεμάτων (όπως αυτά προσδιορίζονται από την παρ. 2.2.2 του ΕΓΛΣ) ιδίων και τρίτων.

Η διάταξη αυτή ισχύει από 1.1.2003 και καταλαμβάνει και τις καταστάσεις απογραφής της 31.12.2002, δεδομένου ότι η προθεσμία σύνταξης και θεώρησης αυτών λήγει μετά την 1.1.2003 (ημερομηνία ισχύος της διάταξης αυτής).

δ) Των βιβλίων πρακτικών Γ.Σ. των μετόχων, πρακτικών του Δ.Σ. και του βιβλίου μετόχων των Α.Ε. και των βιβλίων πρακτικών συνελεύσεων και διαχείρισης των Ε.Π.Ε.

Η μη θεώρηση των βιβλίων της περίπτωσης αυτής προβλεπόταν από την ΑΥΟ ΠΟΛ.1167/2002 από 1.7.2002. Επίσης, η μη θεώρηση του βιβλίου μετόχων των Α.Ε. προβλεπόταν και από την ΑΥΟ ΠΟΛ.1071/2000 από 1.4.2000.

Τέλος σημειώνεται ότι καταργείται και τυπικά η θεώρηση του ημερολογίου μεταφοράς των αγροτών, του οποίου η τήρηση έχει ήδη καταργηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 9 του Ν.2753/1999. (Ουσιαστικά πρόκειται για νομοτεχνική προσαρμογή). Επισημαίνεται ότι το ημερολόγιο μεταφοράς, του οποίου η τήρηση προβλεπόταν από την ΑΥΟ ΠΟΛ.1144/1992 και αφορά μεταφορές αγαθών με αυτοκίνητα Δ.Χ., παραμένει θεωρημένο.

Παράγραφος 8. Κατάργηση της υποχρέωσης θεώρησης της απόδειξης ποσοτικής παραλαβής αγροτικών προϊόντων, λόγω αντικατάστασής της με το δελτίο ποσοτικής παραλαβής (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, καταργείται η υποπερ. ε’ της περ. Β’ της παρ. 1 του άρθρου 19 του ΚΒΣ, σύμφωνα με την οποία η απόδειξη ποσοτικής παραλαβής αγροτικών προϊόντων συμπεριλαμβανόταν στα υποχρεωτικώς θεωρούμενα φορολογικά στοιχεία.

Πρόκειται για νομοτεχνική προσαρμογή, δεδομένου ότι η απόδειξη ποσοτικής παραλαβής αγροτικών προϊόντων καταργήθηκε με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου, για τις οποίες γίνεται αναλυτικά λόγος ανωτέρω στην ερμηνεία της παρ. 3 του άρθρου 3.

Παράγραφος 9. Υποβολή φορολογικών στοιχείων για διασταύρωση – Μεταβολές στον τρόπο υποβολής ορισμένων συγκεντρωτικών καταστάσεων

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 1 του άρθρου 20 του ΚΒΣ και έτσι απλοποιείται και διευκολύνεται η διαδικασία και ο τρόπος υποβολής των καταστάσεων που υποβάλλονται στις ΔΟΥ, για τη διασταύρωση των συναλλαγών των υπόχρεων σε υποβολή τους με τους συναλλασσόμενους μ’ αυτούς.

Ειδικότερα:

4.9.1. Ορίζεται πλέον και με διάταξη νόμου ως ημερομηνία υποβολής όλων των καταστάσεων της παρ. 1 του άρθρου 20 του ΚΒΣ, η 30ή Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου για τις συναλλαγές και τα δεδομένα του προηγούμενου ημερολογιακού έτους, καθώς και το όριο της αξίας κάθε φορολογικού στοιχείου που δεν υποβάλλεται για διασταύρωση σε 300 ευρώ. Με τη ρύθμιση αυτή εντάσσονται νομοτεχνικά στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 20 του ΚΒΣ οι διατάξεις της ήδη ισχύουσας υπ’ αριθ. 1115204/1033/0015/ΠΟΛ.1291/14.12.2001 (ΦΕΚ 1814/Β’) υπουργικής απόφασης. Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι το ως άνω όριο των 300 ευρώ, με βάση τις διατάξεις της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης, ισχύει για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται από 1.1.2002 και εφαρμόζεται υποχρεωτικά από όλους τους υπόχρεους σε υποβολή συγκεντρωτικών καταστάσεων τιμολογίων (πελατών – προμηθευτών), ενώ κατ’ εξαίρεση είχε παρασχεθεί η δυνατότητα επιλογής του και για τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από 1/1-31/12/2001. Εφαρμόζεται δηλαδή υποχρεωτικά (το όριο των 300 ευρώ) στις συγκεντρωτικές καταστάσεις (πελατών - προμηθευτών) που θα υποβάλλονται από 1/1-30/9/2003 (για το ημερολογιακό έτος 1/1-31/12/2002) και εφεξής.

4.9.2. Καταργείται η υποχρέωση υποβολής συγκεντρωτικών καταστάσεων για τα μερίσματα και τις αμοιβές των μελών Δ.Σ.

Πρόκειται επίσης για νομοθετική κάλυψη υπάρχουσας διοικητικής θέσης, σύμφωνα με την οποία οι εν λόγω καταστάσεις δεν υποβάλλονται δεδομένου ότι η φορολογική υποχρέωση εξαντλείται με τη φορολόγηση του εισοδήματος του υπόχρεου νομικού προσώπου.

4.9.3. Καταργείται η υποχρέωση υποβολής αντιτύπων των βιβλίων μεριδολογίου γιατρών και αποθήκευσης αγαθών, καθώς επίσης και η υποβολή αντιτύπων των δελτίων κίνησης τουριστικών λεωφορείων στις ΔΟΥ και αντί αυτών θα υποβάλλονται πλέον καταστάσεις

Με τη ρύθμιση αυτή απαλλάσσονται οι ΔΟΥ από τη συγκέντρωση μεγάλου όγκου αντιτύπων βιβλίων και στοιχείων και επιτυγχάνεται η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των δεδομένων τους από τον φορολογικό έλεγχο.

Επισήμανση

Επισημαίνεται ότι, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 του παρόντος νόμου (Ν.3052/2002), ο νέος τρόπος υποβολής των ως άνω καταστάσεων ισχύει γι’ αυτές που θα περιλαμβάνουν συναλλαγές που θα πραγματοποιούνται από το ημερολογιακό έτος 1/1–31/12/2003 και στο εξής και θα υποβληθούν για πρώτη φορά με τον νέο τρόπο το έτος 2004 (μέχρι την 30ή Σεπτεμβρίου του έτους αυτού και εφεξής).

Παράγραφος 10. Ορισμός περιεχομένου συγκεντρωτικών καταστάσεων της παρ. 1 του άρθρου 20 του ΚΒΣ – Τρόπος υποβολής τους (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίστανται οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 20 του ΚΒΣ και ορίζεται το περιεχόμενο όλων των καταστάσεων που περιλαμβάνονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως τέθηκε με την ανωτέρω παρ. 9 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου (Ν.3052/2002), καθώς και ο τρόπος υποβολής τους.

Ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω καταστάσεων, δεν χρειάζεται περισσότερη ανάλυση δεδομένου ότι αυτό ορίζεται με σαφήνεια. Επισημαίνεται ότι:

- Στην κατάσταση δελτίων κίνησης τουριστικών λεωφορείων να αναγράφεται εκτός του ονοματεπώνυμου ή της επωνυμίας των αντισυμβαλλόμενων και ο ΑΦΜ αυτών.

- Στην κατάσταση του βιβλίου μεριδολογίου γιατρών, στις περιπτώσεις όπου η υπηρεσία παρέχεται κατ’ εντολή νομικού προσώπου (εταιρίας), θα αναγράφεται εκτός των στοιχείων του γιατρού φυσικού προσώπου που παρέχει την περίθαλψη και ο ΑΦΜ της εταιρίας για λογαριασμό του οποίου έγινε η παροχή υπηρεσίας. Επισημαίνουμε ακόμη ότι για τις συναλλαγές που περιλαμβάνονται ή μη στις συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών - προμηθευτών έχουν δοθεί αναλυτικές οδηγίες με την υπ’ αριθ. 1076242/524/0015/ΠΟΛ.1163/30.6.1994 εγκύκλιό μας, η οποία εξακολουθεί να ισχύει αναλόγως.

Αναφορικά με τον τρόπο υποβολής τους (χειρόγραφα ή με εκτυπωμένες καταστάσεις ή με ηλεκτρομαγνητικά μέσα ή με ηλεκτρονική μέθοδο επικοινωνίας), διευκρινίζουμε κατά περίπτωση τα ακόλουθα:

α) Συγκεντρωτικές καταστάσεις (πελατών – προμηθευτών)

1. α) Υπόχρεοι που τηρούν τα βιβλία τους μηχανογραφικά

Οι συγκεντρωτικές καταστάσεις της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 20 του ΚΒΣ (πελατών – προμηθευτών) υποβάλλονται υποχρεωτικά με ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης δεδομένων ή με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας από όλους τους υπόχρεους επιτηδευματίες που τηρούν τα βιβλία τους μηχανογραφικά, ανεξάρτητα από την προαιρετική τήρηση βιβλίων ανώτερης κατηγορίας από αυτή που υποχρεούνται, ενώ με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις η ως άνω υποχρέωση υπήρχε μόνο για τους τηρούντες υποχρεωτικά βιβλία Γ’ κατηγορίας με μηχανογραφικό τρόπο.

2. α) Επιτηδευματίες που τηρούν βιβλία Α’ κατηγορίας μηχανογραφικά

Εξαιρετικά για τους επιτηδευματίες που τηρούν βιβλία Α’ κατηγορίας (μηχανογραφικά), δεδομένου ότι οι χονδρικές τους πωλήσεις είναι περιστασιακές, η ως άνω υποχρέωση υφίσταται μόνο για την υποβολή της συγκεντρωτικής κατάστασης «προμηθευτών» (στοιχεία αγορών), ενώ η συγκεντρωτική κατάσταση «πελατών» (στοιχεία χονδρικών πωλήσεων) μπορεί να υποβάλλεται χειρόγραφη ή εκτυπωμένη.

3. α) Υπόχρεοι που τηρούν τα βιβλία τους με χειρόγραφο τρόπο

Οι συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών – προμηθευτών της περ. α’ της παρ. 1 του άρθρου 20 του ΚΒΣ υποβάλλονται χειρόγραφα ή με εκτυπωμένες καταστάσεις από τους ως άνω υπόχρεους επιτηδευματίες, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων του ΚΒΣ που τηρούν.

4. α) Υπόχρεοι – πρόσωπα της παρ. 3 του άρθρου 2 του ΚΒΣ

Στα πρόσωπα αυτά παρέχεται η δυνατότητα υποβολής των συγκεντρωτικών καταστάσεων με χειρόγραφο τρόπο, ανεξάρτητα εάν υφίσταται υποχρέωση τήρησης βιβλίων του ΚΒΣ ή όχι και ανεξάρτητα εάν τηρούνται μηχανογραφικά ή όχι.

β) Καταστάσεις βιβλίου μεριδολογίου γιατρών, βιβλίου αποθήκευσης και δελτίων κίνησης τουριστικών λεωφορείων

Οι καταστάσεις αυτές υποβάλλονται ανάλογα με τον τρόπο που τηρούνται τα ανωτέρω βιβλία αυτά και το δελτίο κίνησης τουριστικών λεωφορείων, εφόσον δηλαδή τηρούνται χειρόγραφα, με χειρόγραφο τρόπο ή με εκτυπωμένες καταστάσεις και εφόσον τηρούνται μηχανογραφικά, με ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης δεδομένων ή με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας, ανεξάρτητα του τρόπου που τηρούν τα λοιπά φορολογικά βιβλία του ΚΒΣ.

5. Στο τέλος της παρούσας παρατίθενται σχετικοί πίνακες τεχνικών προδιαγραφών αρχείων ηλεκτρομαγνητικών μέσων.

Παράγραφος 11. Υποβολή ισοζυγίου (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται πλέον και με διάταξη νόμου ως ημερομηνία υποβολής των ισοζυγίων της παρ. 7 του άρθρου 20 του ΚΒΣ η τελευταία ημέρα του ένατου (9ου ) μήνα από το κλείσιμο της διαχειριστικής περιόδου.

Με τη ρύθμιση αυτή εντάσσονται νομοτεχνικά στις διατάξεις της ως άνω παραγράφου οι διατάξεις της ήδη ισχύουσας υπ’ αριθ. 1115204/1033/0015/ΠΟΛ.1291/14.12.2001 (ΦΕΚ 1814/Β’) υπουργικής απόφασης.

Τρόπος υποβολής

Τα ισοζύγια υποβάλλονται με ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης δεδομένων από τους τηρούντες τα βιβλία τους (Γ’ κατηγορίας) μηχανογραφικά.

Επισήμανση

Για τη γραμμογράφηση του αρχείου των ηλεκτρομαγνητικών μέσων αποθήκευσης των ισοζυγίων εξακολουθούν να ισχύουν οι πίνακες χαρακτηριστικών αποδεκτών που είχαν κοινοποιηθεί με τις υπ’ αριθ. 1035021/220/0015/ΠΟΛ.1107/24.3.1997, 1053509/490/0015/ΠΟΛ.1189/13.6.2000 και 1114902/1034/0015/ΠΟΛ.1374/21.12.2001 εγκυκλίους.

Παράγραφος 12. Τήρηση βιβλίων και στοιχείων των Α.Ε. των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης σε άλλη δική τους εγκατάσταση εντός του ίδιου Νομού, με γνωστοποίηση (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τροποποιούνται οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 21 και παρέχεται η δυνατότητα στις Α.Ε. των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης να τηρούν τα βιβλία και τα στοιχεία τους σε άλλη δική τους εγκατάσταση, π.χ. υποκατάστημα, που βρίσκεται στον ίδιο Νομό, με την υποβολή γνωστοποίησης στον αρμόδιο προϊστάμενο ΔΟΥ. Σημειώνεται ότι με τις προηγούμενες διατάξεις απαιτείτο σε κάθε περίπτωση έγκριση.

Ενδεικτικά παραδείγματα

α) Α.Ε. με έδρα στο Μαρούσι ζητά να τηρήσει τα βιβλία και τα στοιχεία της σε υποκατάστημά της που βρίσκεται στο Χαϊδάρι Αττικής.

Στην περίπτωση αυτή απαιτείται γνωστοποίηση.

β) Α.Ε. με έδρα το Γαλάτσι ζητά να τηρήσει τα βιβλία και τα στοιχεία της σε λογιστικό γραφείο που βρίσκεται επίσης στο Γαλάτσι.

Στην περίπτωση αυτή απαιτείται έγκριση.

γ) Α.Ε. με έδρα στην Καλλιθέα και με υποκαταστήματα στο Γαλάτσι, στη Γλυφάδα και στην Παλλήνη, ζητά να τηρήσει τα βιβλία και τα στοιχεία όλων των εγκαταστάσεών της στο υποκατάστημα που βρίσκεται στην Παλλήνη.

Στην περίπτωση αυτή απαιτείται γνωστοποίηση.

Παράγραφος 13. Χρόνος διαφύλαξης των ηλεκτρομαγνητικών μέσων αποθήκευσης δεδομένων βιβλίων (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 21 και ορίζεται ρητά ο χρόνος διαφύλαξης των ηλεκτρομαγνητικών μέσων αποθήκευσης δεδομένων βιβλίων.

Ειδικότερα, ορίζεται ότι οι οπτικοί δίσκοι και γενικά όλα τα ηλεκτρομαγνητικά μέσα στα οποία αποθηκεύονται τα δεδομένα βιβλίων για τα οποία δεν υπάρχει υποχρέωση εκτύπωσής τους, διατηρούνται για έξι (6) χρόνια από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου που αφορούν.

ΑΡΘΡΟ 5

ΜΗΧΑΝΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗΡΗΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ

Παράγραφος 1. Μηχανογραφική τήρηση βιβλίων (Ισχύς 1.1.2003)

Με την παράγραφο αυτή αντικαθίστανται οι παρ. 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 24 αναφορικά με τη μηχανογραφική τήρηση των βιβλίων. Ειδικότερα:

5.1.1. Μηχανογραφική τήρηση των βιβλίων Γ’ κατηγορίας. Με τις διατάξεις της νέας παρ. 1 ορίζονται τα μηχανογραφικά τηρούμενα βιβλία από τον επιτηδευματία της Γ’ κατηγορίας, καθώς και ο χρόνος ενημέρωσης και εκτύπωσης αυτών. Ειδικότερα:

5.1.1.0. Ημερολόγια. Ο επιτηδευματίας που τηρεί μηχανογραφικά τα βιβλία του, ενημερώνει τα ημερολόγιά του (γενικό ημερολόγιο, βοηθητικά ημερολόγια, αναλυτικά ημερολόγια, εγγραφών ισολογισμού, ημερολόγιο αναλυτικής λογιστικής, καθώς και τη main courant των ξενοδοχείων το περιεχόμενο της οποίας προσιδιάζει μ’ αυτό των ημερολογίων) στις προθεσμίες που ορίζονται από το άρθρο 17, παρ. 2. Ολα τα ημερολόγια εκτυπώνονται αθεώρητα μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα (το ημερολόγιο εγγραφών ισολογισμού εκτυπώνεται μέχρι το κλείσιμο του ισολογισμού) ή αποθηκεύονται σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα (δισκέτα, αθεώρητο CD, σκληρό δίσκο κ.λπ.).

5.1.1.1. Τήρηση ισοζυγίου «Γενικού – Αναλυτικών Καθολικών»

5.1.1.1.0. Γενικά

Σύμφωνα με τη διάταξη της νέας παρ. 1 του άρθρου 24, το ισοζύγιο τηρείται από τον επιτηδευματία που τηρεί βιβλία Γ’ κατηγορίας (υποχρεωτικά ή προαιρετικά) με μηχανογραφικό τρόπο τουλάχιστον τα βιβλία της έδρας ή του υποκαταστήματος με αυτοτελή λογιστική.

Η υποχρέωση αυτή δεν καταλαμβάνει επιτηδευματίες που τηρούν χειρόγραφα τα βιβλία της έδρας, ενώ καταλαμβάνει τους επιτηδευματίες που τηρούν τα βιβλία της έδρας (ημερολόγια, γενικό – αναλυτικό καθολικό) με μηχανογραφικό τρόπο και τα βιβλία όλων ή μερικών των υποκαταστημάτων με εξαρτημένη λογιστική χειρόγραφα.

Το ισοζύγιο είναι ενιαίο για την έδρα και όλα τα υποκαταστήματα με εξαρτημένη λογιστική, χωρίς να υπάρχει υποχρέωση ανάλυσης αυτού και ανά εγκατάσταση.

Σημειώνεται ότι το ανωτέρω ισοζύγιο τηρείται υποχρεωτικά από 1.9.2002 (ΑΥΟ 1046323/362/ΠΟΛ.1167/2002).

Τρόπος τήρησης

Για τον τρόπο τήρησης του ισοζυγίου εφαρμόζονται ανάλογα όσα διευκρινίζονται με την εγκύκλιό μας ΠΟΛ.1225/2002, με την οποία δόθηκαν οδηγίες εφαρμογής της ΑΥΟ ΠΟΛ.1167/2002.

Επιπλέον:

- Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες εφαρμόζουν το Κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων μπορεί να μην αναπτύσσουν στην τελευταία βαθμίδα τους λογαριασμούς 30 «Χρεώσεις Ασφαλίστρων», 37 «Χρεώσεις ασφαλίστρων – ληξιπρόθεσμα – επισφαλείς – επίδικοι», 52 «Δικαιούχοι προμηθειών παραγωγής» και 57 «Πράκτορες και συνεργάτες πωλήσεων – λογαριασμοί τρεχούμενοι», με την προϋπόθεση ότι όταν ζητηθεί από τον φορολογικό έλεγχο να είναι δυνατή η εκτύπωσή τους σε αθεώρητα έντυπα.

- Οι τράπεζες οι οποίες εφαρμόζουν το Κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο των Τραπεζών, λόγω του μεγάλου αριθμού των λογαριασμών που αναπτύσσονται στην τρίτη βαθμίδα κ.λπ., του μεγέθους και της πολυπλοκότητας των μηχανογραφικών τους συστημάτων και των ιδιαιτεροτήτων της Τραπεζικής Λογιστικής, μπορεί να εκτυπώνουν στο ισοζύγιο γενικού - αναλυτικών καθολικών τους πρωτοβάθμιους και δευτεροβάθμιους λογαριασμούς του Κλαδικού Λογιστικού Σχεδίου των Τραπεζών, με την προϋπόθεση που αναφέρεται παραπάνω για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

5.1.1.2. Χρόνος εκτύπωσης γενικού καθολικού – αναλυτικών καθολικών

Ο επιτηδευματίας που τηρεί μηχανογραφικά τα βιβλία του εκτυπώνει τα αναλυτικά καθολικά και το γενικό καθολικό στο τέλος της διαχειριστικής του περιόδου. Τα βιβλία αυτά μπορεί να μην εκτυπώνονται στο τέλος της χρήσης και τα δεδομένα τους να αποθηκεύονται σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα, με την προϋπόθεση που ορίζεται από τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 24, όπως ισχύει, περί δυνατότητας αναπαραγωγής του περιεχομένου τους όταν ζητηθεί από τον έλεγχο.

5.1.1.3. Ενημέρωση – Εγγραφή των δεδομένων του βιβλίου αποθήκης σε οπτικό δίσκο (CD-ROM)

Με διατάξεις της νέας παρ. 2 του άρθρου 24 ορίζεται ο χρόνος ενημέρωσης του βιβλίου αποθήκης όταν τηρείται μηχανογραφικά και η υποχρέωση εγγραφής των δεδομένων του σε θεωρημένο οπτικό δίσκο.

5.1.1.3.0. Εγγραφή των δεδομένων του βιβλίου αποθήκης σε οπτικό δίσκο (CD-ROM)

Εκταση εφαρμογής

Ο επιτηδευματίας που τηρεί το βιβλίο αποθήκης της έδρας με μηχανογραφικό τρόπο και ανεξάρτητα από τον τρόπο τήρησης του βιβλίου αποθήκης των λοιπών εγκαταστάσεων του (χειρόγραφα ή μηχανογραφικά), υποχρεώνεται από 1.1.2003 να εγγράφει τα δεδομένα του βιβλίου αποθήκης σε θεωρημένο οπτικό δίσκο (CD-ROM τεχνολογίας worm). Η υποχρέωση αυτή για πρώτη φορά θεσπίστηκε από 1.9.2002 με την υπ’ αριθ. 2046323/326/ΠΟΛ.1167/2002 ΑΥΟ.

Περιεχόμενο του οπτικού δίσκου (CD) – Τεχνικά χαρακτηριστικά

Στον οπτικό δίσκο απομνημονεύονται τα δεδομένα του βιβλίου αποθήκης, όπως αυτά ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 8, παρ. 9 του ΚΒΣ, με δυνατότητα συγκεντρωτικής μηνιαίας εγγραφής αυτών σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 24. Αναλυτικές οδηγίες για το περιεχόμενο του οπτικού δίσκου (CD) και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έχουν δοθεί με την εγκύκλιό μας ΠΟΛ.1225/2002.

Σήμανση – Θεώρηση οπτικού δίσκου (CD-ROM)

Η θεώρηση – σήμανση του οπτικού δίσκου γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ’ αριθ. 1046323/326/ΠΟΛ.1167/29.5.2000 ΑΥΟ με Κωδικό θεώρησης 276 «CD – βιβλίου αποθήκης». Σημειώνεται ότι από 1.1.2003 τα δεδομένα του βιβλίου αποθήκης συγκεντρωτικά ή αναλυτικά εγγράφονται σε «CD - βιβλίου αποθήκης». Δεν θεωρείται δηλαδή CD «Μηνιαίας Κατάστασης του Βιβλίου Αποθήκης» με Κωδικό 277 όταν τα δεδομένα του βιβλίου αποθήκης εγγράφονται συγκεντρωτικά, επειδή η «Μηνιαία Κατάσταση του Βιβλίου Αποθήκης» δεν ορίζεται πλέον με τις νέες διατάξεις. Οι επιτηδευματίες οι οποίοι είχαν θεωρήσει «CD Μηνιαίας Κατάστασης Βιβλίου Αποθήκης» με Κωδικό θεώρησης 277, μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν και από 1.1.2003 για την εγγραφή των δεδομένων του βιβλίου αποθήκης από 1.1.2003, συγκεντρωτικά ή αναλυτικά.

5.1.1.4. Μηχανογραφική τήρηση βιβλίου αγορών και εσόδων – εξόδων

5.1.1.4.1. Ενημέρωση. Τα μηχανογραφικά τηρούμενα βιβλία αγορών ή εσόδων – εξόδων ή υποκαταστήματος ενημερώνονται (εισαγωγή δεδομένων) μέχρι τη δέκατη πέμπτη (15η) ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου που αφορούν οι οικονομικές πράξεις.

5.1.1.4.2. Βιβλία που εκτυπώνονται. Στο τέλος του επόμενου μήνα ο επιτηδευματίας που τηρεί μηχανογραφικά τα βιβλία της έδρας ή του υποκαταστήματός του εκτυπώνει μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου που αφορούν οι οικονομικές πράξεις:

α) Αθεώρητο βιβλίο αγορών ή εσόδων – εξόδων (κεντρικού ή υποκαταστήματος) με δυνατότητα φύλαξης του περιεχομένου του σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα.

β) Θεωρημένη μηνιαία κατάσταση βιβλίου αγορών ή εσόδων – εξόδων (κεντρικού ή υποκαταστήματος) κατά περίπτωση, ανάλογα με τον τρόπο τήρησης των βιβλίων της έδρας ή του υποκαταστήματος. Στη μηνιαία κατάσταση εμφανίζονται μόνο τα μηνιαία αθροίσματα των αντίστοιχων στηλών του βιβλίου αγορών ή του βιβλίου εσόδων – εξόδων. Δεν υπάρχει υποχρέωση να εμφανίζονται τα προοδευτικά αθροίσματα της προηγούμενης περιόδου.

5.1.1.4.3. Μηχανογραφική τήρηση των βιβλίων του υποκαταστήματος Γ’ κατηγορίας και του βιβλίου αποθήκης

5.1.1.4.3.0. Γενικά

Με τη νέα παρ. 4 ορίζεται ο χρόνος ενημέρωσης και εκτύπωσης των βιβλίων του υποκαταστήματος του επιτηδευματία της Γ’ κατηγορίας βιβλίων, καθώς και ο τρόπος τήρησης του βιβλίου αποθήκης του υποκαταστήματος.

5.1.1.4.3.1. Μηχανογραφική τήρηση βιβλίων υποκαταστήματος

Α. Με εξαρτημένη λογιστική

Τα μηχανογραφικά τηρούμενα βιβλία του υποκαταστήματος (Ημερήσιο Φύλλο Συναλλαγών, Ημερολόγιο Ταμειακών και Συμψηφιστικών Πράξεων, καθώς και το Φύλλο Ανάλυσης και Ελέγχου) ενημερώνονται και εκτυπώνονται σε αθεώρητα έντυπα (όταν τα βιβλία της έδρας τηρούνται μηχανογραφικά) μέχρι τη δέκατη πέμπτη (15η) ημέρα του επόμενου μήνα που αφορούν. Το ένα αντίγραφο αυτών αποστέλλεται στην έδρα, στην ίδια ημερομηνία, για την ενημέρωση των βιβλίων της.

Τα δεδομένα των βιβλίων του υποκαταστήματος μπορεί, αντί να εκτυπώνονται σε αθεώρητα έντυπα, να απομνημονεύονται στην ίδια ημερομηνία σε οποιοδήποτε ηλεκτρομαγνητικό μέσο (CD, δισκέτα κ.λπ.), με την προϋπόθεση που ορίζεται με τη νέα παρ. 7 του άρθρου 24. Στην περίπτωση αυτή, για την ενημέρωση των βιβλίων της έδρας τα δεδομένα των βιβλίων του υποκαταστήματος αποστέλλονται στην έδρα σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα.

Σημειώνεται ότι όταν τα βιβλία του υποκαταστήματος τηρούνται μηχανογραφικά και τα βιβλία της έδρας τηρούνται χειρόγραφα και δεν τηρείται δηλαδή ισοζύγιο γενικού - αναλυτικών καθολικών, τα μηχανογραφικά τηρούμενα βιβλία του υποκαταστήματος εκτυπώνονται σε θεωρημένα έντυπα και δεν υπάρχει δυνατότητα αποθήκευσης του περιεχομένου τους.

Υποκατάστημα με ON LINE σύνδεση με την έδρα

Για το υποκατάστημα αυτό εφαρμόζονται όσα αναφέρονται στην παρ. 3 του άρθρου 25.

Β. Με αυτοτελή λογιστική

Το υποκατάστημα που εξάγει αυτοτελές λογιστικό αποτέλεσμα τηρεί ίδια λογιστικά βιβλία και δικό του ισοζύγιο γενικού – αναλυτικών καθολικών όπως και η έδρα.

5.1.1.4.3.2. Βιβλίο αποθήκης του υποκαταστήματος. Το βιβλίο αποθήκης του υποκαταστήματος ενημερώνεται και εγγράφονται τα δεδομένα του σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 24, όπως ισχύει. Ειδικότερα, διευκρινίζονται τα παρακάτω:

Υποκατάστημα με εξαρτημένη λογιστική

Για το υποκατάστημα που βρίσκεται στο ίδιο νησί ή Νομό με την έδρα ή σε άλλο Νομό και σε απόσταση μικρότερη των 50 χλμ. από αυτή, δεν υπάρχει υποχρέωση εγγραφής ιδιαίτερου CD βιβλίου αποθήκης υποκαταστήματος. Η κίνησή του εγγράφεται μόνο στο CD του βιβλίου αποθήκης της έδρας.

Οταν το υποκατάστημα βρίσκεται σε άλλο νησί ή Νομό από την έδρα και σε απόσταση μεγαλύτερη των 50 χλμ. από αυτή, η κίνηση του βιβλίου αποθήκης του υποκαταστήματος εγγράφεται στο CD του βιβλίου αποθήκης της έδρας και σε ιδιαίτερο CD το οποίο θεωρείται ως «CD - Βιβλίου Αποθήκης Υποκαταστήματος». Το CD αυτό αποστέλλεται στο υποκατάστημα μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα που αφορά. Οταν το υποκατάστημα δεν έχει μηχανογραφική υποδομή ώστε να είναι δυνατή η ανάγνωση του οπτικού δίσκου από αυτό, τότε τα δεδομένα του βιβλίου αποθήκης του υποκαταστήματος θα δίνονται στον έλεγχο από την έδρα εκτυπωμένα σε αθεώρητες καταστάσεις.

Σημειώνεται ότι όταν το βιβλίο αποθήκης της έδρας τηρείται χειρόγραφα και δεν υπάρχει υποχρέωση εγγραφής των δεδομένων του βιβλίου αποθήκης σε CD, τότε το βιβλίο αποθήκης του υποκαταστήματος που τηρείται μηχανογραφικά εκτυπώνεται σε θεωρημένα έντυπα μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα.

Υποκατάστημα με ON LINE σύνδεση

Οταν υπάρχει απευθείας σύνδεση μεταξύ κεντρικού και υποκαταστήματος, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 25, παρ. 3, όπως ισχύουν, δηλαδή τα δεδομένα του βιβλίου αποθήκης του υποκαταστήματος αυτού μπορεί να καταγράφονται μόνο στον οπτικό δίσκο που τηρείται στην έδρα, με την προϋπόθεση ότι είναι δυνατή άμεσα από το υποκατάστημα η ανάγνωση και η εκτύπωση του περιεχομένου του οπτικού δίσκου μέχρι και τον μήνα που είναι εγγεγραμμένος.

5.1.1.4.3.3. Εγγραφή δεδομένων του βιβλίου αποθήκης του αποθηκευτικού χώρου

Τα όσα αναφέρονται παραπάνω για την τήρηση (εγγραφή) του βιβλίου αποθήκης του υποκαταστήματος ισχύουν ανάλογα και για την τήρηση (εγγραφή) του βιβλίου αποθήκης του αποθηκευτικού χώρου.

Παράγραφος 2. Αποθήκευση δεδομένων βιβλίων σε κεντρική μονάδα Η/Υ (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής τροποποιείται η παρ. 5 του άρθρου 24 και προσαρμόζεται με τη νέα δυνατότητα αποθήκευσης δεδομένων βιβλίων σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα. Ειδικότερα, δίδεται η δυνατότητα η αποθήκευση των δεδομένων των βιβλίων να γίνεται από την κεντρική μονάδα του Η/Υ και τα ηλεκτρομαγνητικά μέσα αποθήκευσης να στέλλονται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη λήξη του μήνα της αποθήκευσης στην εγκατάσταση που αφορούν. Επίσης, με την ίδια διάταξη παρέχεται η δυνατότητα οι θεωρημένοι και μη χρησιμοποιημένοι οπτικοί δίσκοι «CD Βιβλίου Αποθήκης» να φυλάσσονται στον χώρο της κεντρικής μονάδας του Η/Υ μέχρι τη χρησιμοποίησή τους.

Παράγραφος 3. Χρόνος εκτύπωσης του βιβλίου κίνησης οχημάτων (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνεται η παρ. 6 του άρθρου 24 και ορίζεται ότι το «Βιβλίο Κίνησης Οχημάτων» που τηρείται από 1.1.2003 από τις επιχειρήσεις ενοικίασης οχημάτων, εκτυπώνεται μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα εκείνου που αφορά, με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την ίδια παράγραφο.

Παράγραφος 4. Εκτύπωση των αποθηκευμένων δεδομένων των βιβλίων στον φορολογικό έλεγχο (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνεται η παρ. 7 του άρθρου 24 και ορίζονται οι υποχρεώσεις του επιτηδευματία κατά τον φορολογικό έλεγχο αναφορικά με την εκτύπωση των δεδομένων των βιβλίων που είναι αποθηκευμένα.

Ειδικότερα, ο επιτηδευματίας έχει υποχρέωση να εκτυπώνει σε αθεώρητα έντυπα όλα ή μερικά από τα δεδομένα των βιβλίων (ημερολογίων, βιβλίου αποθήκης, αγορών, εσόδων – εξόδων κ.λπ.), τα οποία είναι αποθηκευμένα σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα (δισκέτες, θεωρημένοι οπτικοί δίσκοι κ.λπ.) μέχρι και τον μήνα για τον οποίο θα έπρεπε να έχουν αποθηκευτεί. Τα δεδομένα των βιβλίων που θα ζητηθούν εκτυπώνονται εντός τριών (3) ημερών. Οταν η εκτύπωσή τους στην προθεσμία αυτή είναι αντικειμενικά αδύνατη, όπως λόγω μεγάλου όγκου εκτυπώσεων, η προθεσμία των τριών (3) ημερών παρατείνεται σε δεκαπέντε (15) ημέρες.

Επισημαίνεται ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της παρ. 7 αναφορικά με την άμεση εκτύπωση ορισμένων υπολοίπων των λογαριασμών ή μερίδων του βιβλίου αποθήκης και την εκτύπωση σε αθεώρητο χαρτί της κίνησης των δεδομένων των βιβλίων μέχρι και την ημερομηνία για την οποία έπρεπε αυτά να είναι ενημερωμένα.

Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις της ίδιας παρ. 4, ρητά ορίζεται ότι η μη διαφύλαξη των ηλεκτρομαγνητικών μέσων ή η αδυναμία αναπαραγωγής του περιεχομένου τους εξομοιούνται με μη τήρηση των αντίστοιχων βιβλίων, οπότε επιβάλλονται οι κυρώσεις που προβλέπονται για την μη τήρηση βιβλίων.

Παράγραφος 5. ON LINE σύνδεση έδρας και υποκαταστήματος – Τήρηση βιβλίου αποθήκης (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 3 του άρθρου 25 του ΚΒΣ και δίδεται η δυνατότητα από 1.1.2003 μη τήρησης του βιβλίου αποθήκης στο υποκατάστημα που έχει ON LINE σύνδεση με την έδρα, πέραν της δυνατότητας που είχε να μην τηρεί λογιστικά βιβλία στο υποκατάστημα αυτό.

ΑΡΘΡΟ 6

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ

Παράγραφος 1. Αλλαγή του χρόνου λήξης της διαχειριστικής περιόδου (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής συμπληρώνεται η παρ. 3 του άρθρου 26 και οι επιχειρήσεις από 1.1.2003 για την αλλαγή (με επιμήκυνση ή σμίκρυνση) για πρώτη φορά από την έναρξη λειτουργίας του χρόνου λήξης της διαχειριστικής περιόδου, υποβάλλουν σχετική γνωστοποίηση στο προϊστάμενο της ΔΟΥ και δεν απαιτείται πλέον έγκριση. Η γνωστοποίηση υποβάλλεται το αργότερο ένα (1) μήνα πριν από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου της οποίας γνωστοποιείται η επιμήκυνση ή ένα (1) μήνα πριν από τη γνωστοποιούμενη λήξη της υπό σύντμηση διαχειριστικής περιόδου.

Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 1039524/10326/ΠΟΛ.1108/Β0012/18.4.2001 εγκύκλιο, η αλλαγή της διαχειριστικής περιόδου μπορεί να γίνεται κατά τα ανωτέρω μόνο εφόσον δεν θίγονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος περί μεταγραφής των δηλώσεων, βεβαίωση των προκυπτόντων από αυτές ποσών, του ελέγχου κ.λπ. [δηλαδή μη υποβολής δύο (2) δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του αυτού οικονομικού έτους].

Ετσι λοιπόν, επιχείρηση που κλείνει ισολογισμό στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, δεν μπορεί να κλείνει ισολογισμό με σμίκρυνση της διαχειριστικής περιόδου στις 30.6.2003, γιατί στο οικονομικό έτος 2003 θα υποβληθούν δύο (2) δηλώσεις εισοδήματος, μία (1) για τη χρήση 1/1-31/12/2002 και μία (1) για τη χρήση 1/1-30/6/2003.

Η γνωστοποίηση που υποβάλλεται εκπρόθεσμα θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί. Εάν μέχρι την 31.12.2002 έχει μετατεθεί ο χρόνος λήξης της διαχειριστικής περιόδου με έγκριση του προϊσταμένου της ΔΟΥ, για αλλαγή εκ νέου του χρόνου λήξης αυτής, από 1.1.2003, απαιτείται πάλι έγκριση, καθότι η νέα διάταξη καταλαμβάνει αλλαγή του χρόνου λήξης της διαχειριστικής περιόδου για πρώτη φορά μετά την 1.1.2003 (έναρξη ισχύος του κοινοποιούμενου άρθρου).

Δεν θεωρείται αλλαγή της διαχειριστικής περιόδου, για την εφαρμογή της νέας διάταξης, η μετάθεση του χρόνου λήξης της χρήσης για τους λόγους των περ. β’, γ’ και δ’ της παρ. 3 του άρθρου 26 του ΚΒΣ (ημεδαπή επιχείρηση στην οποία μετέχει αλλοδαπή με ποσοστό κεφαλαίου 50% τουλάχιστον κ.λπ.).

Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι η νέα εταιρία που προέρχεται από μετασχηματισμό, η οποία μπορεί να επιλέξει χρόνο λήξης διαχειριστικής περιόδου διάφορο εκείνου που ακολουθούσαν οι μετατρεπόμενες επιχειρήσεις, έχει το δικαίωμα υποβολής σχετικής γνωστοποίησης, για αλλαγή μετά την 1.1.2003, του χρόνου λήξης αυτής, ανεξάρτητα εάν στο παρελθόν οι μετασχηματιζόμενες εταιρίες είχαν μεταθέσει τον χρόνο λήξης της διαχειριστικής τους περιόδου.

Τα παραπάνω δεν έχουν εφαρμογή για τις μετατροπές κατά τις οποίες η προερχόμενη από τον μετασχηματισμό εταιρία δεν θεωρείται νέα, όπως μετατροπές Ε.Π.Ε. σε Α.Ε. και αντίστροφα, με βάση τις διατάξεις του Ν.2190/1920, συγχώνευση με απορρόφηση κ.λπ.

Παράγραφος 2. Υποχρεώσεις νομικών προσώπων που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση (Ισχύς 1.1.2003)

Με την παράγραφο αυτή συμπληρώνεται η παρ. 1 του άρθρου 27 και καθιερώνεται από 1.1.2003 υποχρέωση διενέργειας απογραφής για τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101 του Ν.2238/1994 που έχουν τεθεί σε εκκαθάριση, που διαρκεί πέραν του έτους, λόγω της υποχρέωσης που τίθεται με την παρ. 9 του άρθρου αυτού να συντάσσουν προσωρινό ισολογισμό. Η ποσοτική καταγραφή των αποθεμάτων από τα πρόσωπα αυτά γίνεται μέχρι τον χρόνο υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, όπως ορίζεται από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου.

Οι πράξεις του προσωρινού ισολογισμού, καθώς και το κλείσιμο αυτού, περατώνονται στην οριζόμενη προθεσμία από τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 17 του ΚΒΣ, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί την προθεσμία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

Ετσι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αν ένα νομικό πρόσωπο του άρθρου 101 του Ν.2238/1994 είχε τεθεί σε εκκαθάριση στις 20.3.2002 και η εκκαθάριση δεν έχει περατωθεί στις 20.3.2003, έχει υποχρέωση να συντάξει απογραφή και προσωρινό ισολογισμό μέχρι την ημερομηνία αυτή, έως τις 20.4.2003, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Ν.2238/1994.

Αυτονόητο είναι ότι εξακολουθεί να ισχύει η παρ. 4 του άρθρου 26 του ΚΒΣ, που προβλέπει ότι η διαχειριστική περίοδος των νομικών προσώπων που τίθενται σε εκκαθάριση αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης και λήγει με την ολοκλήρωσή της.

Παράγραφος 3. Καταγραφή αποθεμάτων (απογραφή) (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, για τις απογραφές των χρήσεων που λήγουν από 1.1.2003 και μετά, για τους επιτηδευματίες της Γ’ κατηγορίας, θεσπίζεται υποχρέωση καταγραφής των αποθεμάτων των αποθηκευτικών χώρων σε διπλότυπες καταστάσεις απογραφής, όπως και για τα υποκαταστήματα, εκτός των περιπτώσεων που οι εγκαταστάσεις αυτές λειτουργούν στον ίδιο Νομό με την έδρα και στο ίδιο νησί ή σε απόσταση μικρότερη των 50 χλμ. από αυτή, για τις οποίες προβλέπεται ότι η καταγραφή των αποθεμάτων μπορεί να γίνεται απευθείας στο βιβλίο απογραφών της έδρας διακεκριμένα.

Ετσι λοιπόν, για απογραφή που θα συνταχθεί την 30.6.2003, επιχείρησης με έδρα στην Κω και υποκατάστημα ή αποθηκευτικό χώρο στη Ρόδο, για το υποκατάστημα ή την αποθήκη της Ρόδου τα αποθέματα καταχωρούνται υποχρεωτικά σε θεωρημένη διπλότυπη κατάσταση απογραφής.

Απογραφή αποθεμάτων εγκαταστάσεων στον ίδιο ή συνεχόμενο κτιριακό χώρο

Επίσης, παρέχεται η δυνατότητα να καταχωρούνται ενιαία τα αποθέματα όλων των εγκαταστάσεων που βρίσκονται στον ίδιο ή σε συνεχόμενο κτιριακό χώρο με την έδρα ή άλλο υποκατάστημα ή άλλον αποθηκευτικό χώρο.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλογικά και για τους αποθηκευτικούς χώρους που ανήκουν διοικητικά σε υποκαταστήματα τα οποία εξάγουν αυτοτελές λογιστικό αποτέλεσμα και για τα υποκαταστήματα που συνδέονται μ’ αυτά και έχουν λάβει σχετική έγκριση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 9 του ΚΒΣ.

Στο σημείο αυτό διευκρινίζεται ότι το αντίτυπο της κατάστασης απογραφής που παραμένει στον αποθηκευτικό χώρο είναι δυνατόν να τηρείται σε άλλον τόπο, όταν υπάρχουν αντικειμενικές δυσχέρειες, με τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 21 του ΚΒΣ, καθότι στην περίπτωση αυτή οι καταστάσεις αυτές ουσιαστικά λειτουργούν συμπληρωματικά στο βιβλίο απογραφών.

Τα προαναφερόμενα ισχύουν και για τους επιτηδευματίες της Β’ κατηγορίας, καθότι η παρ. 6 του άρθρου 6 του ΚΒΣ παραπέμπει στο άρθρο 27 αυτού.

Παράγραφος 4. Απογραφή πάγιων περιουσιακών στοιχείων (Ισχύς 1.1.2003)

Με την παράγραφο αυτή αντικαθίστανται οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 27. Ετσι, από 1.1.2003 τα πάγια περιουσιακά στοιχεία αναγράφονται στο βιβλίο απογραφών κατά ομοειδείς κατηγορίες τουλάχιστον με τα εξής στοιχεία: α) αξία κτήσης ή κόστος ιδιοκατασκευής, προσαυξημένο με τις δαπάνες επεκτάσεων ή προσθηκών και βελτιώσεων, β) αποσβέσεις και γ) αναπόσβεστη αξία, από το σύνολο των επιτηδευματιών της Γ’ κατηγορίας, ύστερα και από την καθολική υποχρέωση τήρησης αθεώρητου Μητρώου Παγίων από τους επιτηδευματίες αυτούς, όπως αναλύεται στην παρ. 2 του άρθρου 6 της παρούσας εγκυκλίου.

Τα προαναφερόμενα ισχύουν και για την απογραφή 31.12.2002, ανεξάρτητα εάν το τηρούμενο Μητρώο Παγίων τηρείται θεωρημένο ή αθεώρητο.

Παράγραφος 5. Αποτίμηση αποθεμάτων (ισχύς 1.1.2003).

Με την παράγραφο αυτή τροποποιούνται διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 28 και ρυθμίζονται, προς άρση αμφισβητήσεων, με ρητές διατάξεις θέματα αποτίμησης αποθεμάτων υποκαταστημάτων.

Ειδικότερα:

α) Η τιμή κτήσης και το ιστορικό κόστος παραγωγής υπολογίζονται με βάση οποιαδήποτε από τις παραδεκτές μεθόδους, με την προϋπόθεση ότι η μέθοδος που θα επιλεγεί θα εφαρμόζεται πάγια για τα αποθέματα όλων των εγκαταστάσεων (έδρα και υποκατάστημα από τα βιβλία του οποίου εξάγεται αυτοτελές λογιστικό αποτέλεσμα).

β) Η αποτίμηση των αποθεμάτων των υποκαταστημάτων με εξαρτημένη λογιστική και των αποθηκευτικών χώρων γίνεται με ενιαία τιμή με τα αποθέματα της έδρας, με βάση οποιαδήποτε από τις παραδεκτές μεθόδους, με την προϋπόθεση ότι η μέθοδος που θα επιλεγεί θα εφαρμόζεται πάγια για τα αποθέματα όλων των εγκαταστάσεων. Για την καλύτερη κατανόηση των προαναφερόμενων, παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα.

Εστω ότι στη λήξη της διαχειριστικής περιόδου καταμετρήθηκαν 90 τεμάχια του είδους Α’ στην έδρα και 15 τεμάχια του ίδιου είδους στο υποκατάστημα και η επιχείρηση αποτιμά τα αποθέματά της παγίως με τη μέθοδο του ετήσιου μέσου σταθμικού κόστους.

Δεδομένα κατά εγκατάσταση

Είδος Α’

Εδρα

Υποκατάστημα

Ποσότητα

Αξία

Ποσότητα

Αξία

Αρχικό απόθεμα

100 τεμ.

1.000 ευρώ

50 τεμ.

500 ευρώ

Αγορά έτους

200 τεμ.

2.200 ευρώ

100 τεμ.

900 ευρώ

Συνεπώς, η τιμή μονάδας κατά την αποτίμηση θα είναι 10,22 ευρώ (10,222) (1.000 + 2.200 + 500 + 900 = 4.600 ευρώ/450 τεμ. = 100 + 200 + 50 + 100).

Στην απογραφή θα αναφέρεται κατά εγκατάσταση:

Εδρα

Είδος Α’

90 τεμ. x 10,22 ευρώ = 919,8 ευρώ

Υποκατάστημα

Είδος Α’

15 τεμ. x 10,22 ευρώ = 153,3 ευρώ

Μετά από έγκριση της Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων, με εμπρόθεσμη αίτηση του επιτηδευματία κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 37, προκειμένου να αντιμετωπίζονται ακραίες περιπτώσεις υποκαταστημάτων με διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας και ουσιαστικές διαφοροποιήσεις του κόστους, επιτρέπεται η αποτίμηση των αποθεμάτων χωριστά ανά εγκατάσταση.

Αλλαγή μεθόδου αποτίμησης για πρώτη φορά

Επίσης παρέχεται η ευχέρεια στον επιτηδευματία, χωρίς έγκριση της Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων, η αλλαγή της μεθόδου προσδιορισμού της τιμής κτήσης ή του ιστορικού κόστους παραγωγής κατά την πρώτη αλλαγή αυτής, μετά την 1.1.2003.

Η περίπτωση αυτή προϋποθέτει υποβολή σχετικής γνωστοποίησης στον αρμόδιο προϊστάμενο ΔΟΥ μέχρι τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου που θα εφαρμοστεί η νέα μέθοδος. Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει την πρώτη αλλαγή της μεθόδου αποτίμησης από την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης, δηλαδή να μην έχει προηγηθεί στο παρελθόν άλλη αλλαγή για οποιονδήποτε λόγο, όπως έγκριση της Επιτροπής Λογιστικών Βιβλίων ή αλλαγή κατά την πρώτη χρήση πλήρους εφαρμογής της αναλυτικής λογιστικής. Περιπτώσεις για τις οποίες έχει προηγηθεί αλλαγή, απαιτείται πάντοτε νέα έγκριση από την Επιτροπή Λογιστικών Βιβλίων.

Παράγραφος 6. Αποτίμηση χρεογράφων (Ισχύς 1.1.2003)

Με την παράγραφο αυτή τροποποιούνται οι διατάξεις των περ. α’ και γ’ της παρ. 5 του άρθρου 28 του ΚΒΣ και ρυθμίζεται ρητά ο τρόπος αποτίμησης των χρεογράφων που είναι εισηγμένα σε αλλοδαπό Χρηματιστήριο ή σε άλλον αναγνωρισμένο χρηματιστηριακό θεσμό και συγκεκριμένα ορίζεται ότι αποτιμώνται στην κατ’ είδος χαμηλότερη τιμή μεταξύ της τιμής κτήσης και της τρέχουσας τιμής τους, όπως δηλαδή με τα εισηγμένα χρεόγραφα στο ΧΑΑ.

Επίσης, εναρμονίζεται για τις αποτιμήσεις οι οποίες αφορούν τις χρήσεις που λήγουν από 1.1.2003 και στο εξής (δεν καταλαμβάνει τη χρήση που κλείνει 31.12.2002), ο τρόπος αποτίμησης των μετοχών των Α.Ε. που δεν είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο και των συμμετοχών σε επιχειρήσεις που δεν έχουν τη μορφή Α.Ε. με τις διατάξεις του Ν.2190/1920 και του Π.Δ.1123/1980 (ΕΓΛΣ), οι οποίες αποτιμώνται στην κατ’ είδος χαμηλότερη τιμή μεταξύ της τιμής κτήσης τους και της τρέχουσας τιμής τους. Ως τρέχουσα τιμή θεωρείται η εσωτερική λογιστική αξία των μετοχών ή των συμμετοχών ή των τίτλων των επιχειρήσεων αυτών, όπως προκύπτει από τον νόμιμα συνταγμένο τελευταίο ισολογισμό τους.

Παράγραφος 7. Κατάργηση μεταβατικής διάταξης (Ισχύς 1.1.2003)

Με την παράγραφο αυτή καταργείται η περ. δ’ της παρ. 7 του άρθρου 28 του ΚΒΣ, καθότι ίσχυσε μόνο κατά το μεταβατικό στάδιο μετάβασης από δραχμές σε ευρώ και δεν έχει πλέον πεδίο εφαρμογής.

Παράγραφος 8. Ισολογισμός (Ισχύς 1.1.2003)

Με την παράγραφο αυτή προστίθεται εδάφιο στην παρ. 1 του άρθρου 29 και θεσπίζεται υποχρέωση σύνταξης προσωρινού ισολογισμού, λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσης και κατάσταση του λογαριασμού γενικής εκμετάλλευσης, από τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101 του Ν.2238/1994 που τελούν σε εκκαθάριση η οποία διαρκεί πέραν του έτους (12μηνου διαστήματος), όπως αναπτύσσεται στην παραπάνω παρ. 2 του άρθρου 6 της παρούσας εγκυκλίου.

Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι τα πρόσωπα αυτά υποβάλλουν στην αρμόδια ΔΟΥ ισοζύγιο των λογαριασμών όλων των βαθμίδων μόνο κατά το κλείσιμο της διαχειριστικής περιόδου εκκαθάρισης, δηλαδή με το πέρας της εκκαθάρισης.

Παράγραφος 9. Υπογραφή ισολογισμού από λογιστή – φοροτεχνικό (Ισχύς 1.1.2003)

Με την παράγραφο αυτή η παρ. 3 του άρθρου 29, που αφορά την υπογραφή του ισολογισμού από λογιστή – φοροτεχνικό, προσαρμόζεται ανάλογα με τα όσα ορίζονται στις διατάξεις του Π.Δ.340/1998 για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή – φοροτεχνικού.

Εκτός της υπογραφής αναγράφονται το ονοματεπώνυμο, η διεύθυνση κατοικίας του ή η έδρα του επαγγέλματος, κατά περίπτωση, ο ΑΦΜ, η αρμόδια ΔΟΥ φορολογίας, ο Αριθμός Μητρώου της άδειας άσκησης επαγγέλματος και η κατηγορία της άδειας.

Στις περιπτώσεις που ο λογιστής – φοροτεχνικός υπογράφει ως εκπρόσωπος γραφείου παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών, αναγράφεται επιπλέον η επωνυμία του γραφείου, η διεύθυνση της έδρας, ο ΑΦΜ, η αρμόδια ΔΟΥ και ο Αριθμός Μητρώου της άδειας λειτουργίας του γραφείου.

ΑΡΘΡΟ 7

ΚΥΡΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Με τις διατάξεις του άρθρου 7 τροποποιούνται, συμπληρώνονται οι διατάξεις του άρθρου 30 του ΚΒΣ, ώστε να καθίστανται πιο σαφείς και πιο αντικειμενικοί οι λόγοι απόρριψης των βιβλίων. Ειδικότερα:

Παράγραφος 1. Ανεπάρκεια των βιβλίων Β’ και Γ’ κατηγορίας (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 3 του άρθρου 30. Με τη νέα παρ. 3 ορίζονται οι λόγοι ανεπάρκειας των βιβλίων και στοιχείων της Β’ και Γ’ κατηγορίας από 1.1.2003 και επέρχονται οι εξής μεταβολές σε σχέση με τους λόγους που ορίζονταν με τις προϊσχύουσες διατάξεις:

1. Η μη τήρηση του «Ισοζυγίου Γενικού – Αναλυτικών Καθολικών» ή της «Μηνιαίας Κατάστασης» του βιβλίου εσόδων – εξόδων.

2. Η μη διαφύλαξη των αθεώρητων ημερολογίων ή του αθεώρητου βιβλίου εσόδων – εξόδων επί μηχανογραφικά τηρούμενων βιβλίων.

Με τις προϊσχύουσες διατάξεις τα βιβλία αυτά τηρούνταν θεωρημένα και η μη διαφύλαξη αυτών αποτελούσε λόγο ανακρίβειας των βιβλίων.

3. Η μη τήρηση ή μη διαφύλαξη του γενικού καθολικού (σε χειρόγραφη και σε μηχανογραφική τήρηση) με τις διατάξεις της περ. α’ της παρ. 3 του άρθρου 30, πριν από την τροποποίησή τους, αποτελούσε λόγο απόρριψης των βιβλίων ως ανεπαρκών. Ηδη με τις νέες διατάξεις (περ. α’ της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7, παρ. 1 του κοινοποιούμενου νόμου) δεν αποτελεί πλέον λόγο απόρριψης των βιβλίων και στοιχείων ως ανεπαρκών.

Εξυπακούεται βέβαια ότι η τήρηση των αναλυτικών καθολικών είναι απαραίτητη.

4. Η λήψη εικονικού στοιχείου διακίνησης ή αξίας ως προς τον αντισυμβαλλόμενο, για υπαρκτή όμως συναλλαγή, με τις διατάξεις της περ. γ’ της παρ. 4 του άρθρου 30, πριν από την αντικατάστασή τους, αποτελούσε λόγο απόρριψης των βιβλίων και στοιχείων ως ανακριβών. Ηδη με τις νέες διατάξεις (περ. γ’ της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7, παρ. 1 του Ν.3052/2002) αποτελεί πλέον λόγο απόρριψης των βιβλίων και στοιχείων ως ανεπαρκών.

5. Η μη παράδοση στον φορολογικό έλεγχο του εγχειριδίου οδηγιών ή η μη λεπτομερής ανάλυση των λειτουργιών χρήσης του λογισμικού, με τις διατάξεις της περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 30, πριν από την τροποποίησή τους, αποτελούσε λόγο απόρριψης των βιβλίων και στοιχείων ως ανεπαρκών. Ηδη με τις νέες διατάξεις (περ. γ’ της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 7, παρ. 1 του νέου νόμου) δεν αποτελεί πλέον λόγο απόρριψης των βιβλίων και στοιχείων ως ανεπαρκών.

6. Η εξόφληση τιμολογίων αξίας 15.000 ευρώ και άνω με διαφορετικό τρόπο από τον οριζόμενο (μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή με δίγραμμη επιταγή, άρθρο 16, παρ. 5 του Ν.2992/2002) αποτελεί νέο λόγο ανεπάρκειας.

Η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει τα τιμολόγια που θα εκδοθούν από 1.1.2003.

Παράγραφος 2. Ανακρίβεια των βιβλίων Β’ και Γ’ κατηγορίας (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 4 του άρθρου 30. Με τη νέα παρ. 4 ορίζονται οι λόγοι ανακρίβειας των βιβλίων και στοιχείων της Β’ και Γ’ κατηγορίας από 1.1.2003 και επέρχονται οι εξής μεταβολές σε σχέση με τους λόγους που ορίζονταν με τις προϊσχύουσες διατάξεις:

1. Η καταχώριση στα βιβλία εξόδων (συμπεριλαμβάνονται και οι αγορές) που δεν έχουν πραγματοποιηθεί και δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο αποτελεί λόγο ανακρίβειας. Ο λόγος αυτός ανακρίβειας των βιβλίων δεν οριζόταν με τις προϊσχύουσες διατάξεις και ως εκ τούτου αφορά καταχωρίσεις που διενεργούνται μετά την 1.1.2003.

2. Η μη απογραφή ή η ανακριβής απογραφή στα βιβλία Β’ κατηγορίας των αποθεμάτων αποτελεί νέο λόγο ανακρίβειας των βιβλίων Β’ κατηγορίας.

3. Η λήψη εικονικού στοιχείου ως προς τον αντισυμβαλλόμενο (για υπαρκτή όμως συναλλαγή) δεν αποτελεί πλέον λόγο ανακρίβειας των βιβλίων αλλά λόγο ανεπάρκειας αυτών.

4. Η νόθευση φορολογικών στοιχείων αποτελεί ρητά λόγο ανακρίβειας των βιβλίων.

5. Η μη τήρηση ή η μη διαφύλαξη των πρόσθετων βιβλίων της παρ. 1, εδάφιο β’ του άρθρου 10 (βιβλίο ή δελτίο ποσοτικής παραλαβής των επισκευαστών ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, επίπλων, μηχανών και μηχανημάτων) αποτελεί λόγο ανακρίβειας των βιβλίων (όπως και όλων των πρόσθετων βιβλίων της παρ. 5 του άρθρου 10). Σημειώνεται ότι με τις προϊσχύουσες διατάξεις η μη τήρηση ή η μη διαφύλαξη του βιβλίου ή δελτίου ποσοτικής παραλαβής από τους επισκευαστές ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών (άρθρο 10, παρ. 1) αποτελούσε λόγο ανεπάρκειας. Η μη τήρηση ή μη διαφύλαξη του βιβλίου ποσοτικής παραλαβής της παρ. 1 του άρθρου 10, εδάφιο 1, συνεχίζει να αποτελεί λόγο ανεπάρκειας των βιβλίων.

6. Η μη καταχώριση συναλλαγών ή η ανακριβής καταχώριση στοιχείων που προσδιορίζουν το ύψος της συναλλαγής στα πρόσθετα βιβλία του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 10 και της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ρητά ως λόγος ανακρίβειας των βιβλίων, προς άρση αμφισβητήσεων.

7. Η μη διαφύλαξη ή μη επίδειξη στον τακτικό φορολογικό έλεγχο του ισοζυγίου γενικού – αναλυτικών καθολικών και της «Μηνιαίας Κατάστασης» του βιβλίου εσόδων – εξόδων αποτελεί νέο λόγο ανακρίβειας των βιβλίων. Η μη διαφύλαξη ή η μη επίδειξη των θεωρημένων χειρόγραφων ημερολογίων ή του χειρόγραφου θεωρημένου βιβλίου εσόδων – εξόδων εξακολουθεί να αποτελεί λόγο ανακρίβειας των βιβλίων.

Παράγραφος 3. Κρίση του κύρους των βιβλίων των υποθέσεων που ελέγχονται από το ΕΘΕΚ (Ισχύς από 1.1.2003)

3.1. Γενικά

Με τις διατάξεις της παρ. 3 αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 30 του ΚΒΣ και ορίζεται με την παράγραφο αυτή, η οποία ισχύει από 1.1.2003, η συγκρότηση στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών μίας μόνο επιτροπής για την κρίση του κύρους των βιβλίων και στοιχείων που ελέγχονται από το ΕΘΕΚ. Ετσι, από 1.1.2003 (χρόνος έναρξης ισχύος της νέας διάταξης) παύουν να υφίστανται οι επιτροπές που ορίζονταν με τις προϊσχύουσες διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 30, οι οποίες ήταν αρμόδιες για την κρίση του κύρους των βιβλίων των υποθέσεων αρμοδιότητας ελέγχου από τα ΠΕΚ, ΤΕΚ και ΔΟΥ.

3.2. Διαδικασίες παραπομπής στην επιτροπή των υποθέσεων που ελέγχονται από το ΕΘΕΚ

Τα αναφερόμενα στην αντίστοιχη παρ. 30.5.1 της ερμηνευτικής εγκυκλίου του Κώδικα (εγκύκλιος 3/1992) έχουν ανάλογη εφαρμογή αλλά μόνο για τις υποθέσεις που ελέγχονται από το ΕΘΕΚ, με εξαίρεση την περ. δ’ της ίδιας εγκυκλίου αναφορικά με την προθεσμία της κρίσης από την επιτροπή, για την οποία με τη νέα διάταξη ορίζεται σε δύο (2) μήνες.

3.3. Σύσταση και λειτουργία της επιτροπής

Η επιτροπή συνεδριάζει στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, είναι πενταμελής και τα μέλη της ορίζονται από την ίδια παράγραφο και δεν χρήζουν περαιτέρω ερμηνείας.

Ο γραμματέας της επιτροπής είναι φοροτεχνικός υπάλληλος ΠΕ κατηγορίας, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον πρόεδρο. Εισηγητής για κάθε υπόθεση ορίζεται υπάλληλος του ΕΘΕΚ, που προτείνεται από τον προϊστάμενο της αρχής αυτής.

3.4. Οροι λειτουργίας της επιτροπής

Τα αναφερόμενα στην παρ. 30.5.3 της ερμηνευτικής εγκυκλίου 3/1992 του ΚΒΣ έχουν ανάλογη εφαρμογή.

Παράγραφος 4. Ανακρίβεια βιβλίων Α’ κατηγορίας (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 6 του άρθρου 30. Με τη νέα παρ. 6 ορίζονται οι λόγοι ανακρίβειας των βιβλίων και των στοιχείων της Α’ κατηγορίας από 1.1.2003 και επέρχονται οι εξής μεταβολές σε σχέση με τους λόγους που ορίζονταν με τις προϊσχύουσες διατάξεις:

1. Η καταχώριση αγορών που δεν έχουν πραγματοποιηθεί και δεν έχει εκδοθεί φορολογικό στοιχείο, αποτελεί λόγο ανακρίβειας.

2. Η λήψη εικονικών στοιχείων ως προς τον αντισυμβαλλόμενο (για υπαρκτή συναλλαγή) δεν αποτελεί πλέον ανακρίβεια.

3. Αναφορικά με τη νόθευση στοιχείων, ισχύουν αναλογικά τα ανωτέρω (για τα βιβλία Β’ και Γ’ κατηγορίας).

4. Η μη διαφύλαξη ή η μη επίδειξη στον τακτικό φορολογικό έλεγχο της μηνιαίας κατάστασης του βιβλίου αγορών (αφορά τα μηχανογραφικά τηρούμενα) αποτελεί λόγο ανακρίβειας.

Η μη διαφύλαξη του θεωρημένου χειρόγραφου βιβλίου αγορών εξακολουθεί να αποτελεί λόγο ανακρίβειας.

Παράγραφος 5. Πράξεις και παραλείψεις που δεν επηρεάζουν το κύρος των βιβλίων Α’, Β’ και Γ’ κατηγορίας (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παρ. 5 αντικαθίσταται η παρ. 7 του άρθρου 30 που αναφερόταν στην ανεπάρκεια και ανακρίβεια των βιβλίων και των στοιχείων της Β’ κατηγορίας. Με τη νέα παρ. 7 οριοθετούνται, μέσω καθορισμού ποσοστού επί τζίρου, τα μεγέθη των παραλείψεων και των παρατυπιών με βάση τα οποία δεν θίγεται το κύρος των βιβλίων. Ειδικότερα, δεν επηρεάζεται το κύρος των βιβλίων εφόσον η συνολική αξία των διαπιστούμενων πράξεων ή παραλείψεων που επηρεάζουν το κύρος των βιβλίων κυμαίνεται μέχρι τα κατωτέρω όρια ποσοστών και αξιών:

Ακαθάριστα έσοδα μέχρι 150.000 ευρώ

3%

£

3.500 ευρώ

(1.192.625 δρχ.)

Ακαθάριστα έσοδα από 150.001 ευρώ - 1.500.000 ευρώ

2%

£

18.000 ευρώ

(6.133.500 δρχ.)

Ακαθάριστα έσοδα από 1.500.001 ευρώ - 9.000.000 ευρώ

1%

£

45.000 ευρώ

(15.333.750 δρχ.)

Ακαθάριστα έσοδα από 9.000.001 ευρώ - 30.000.000 ευρώ

0,5%

£

90.000 ευρώ

(30.667.500 δρχ.)

Ακαθάριστα έσοδα άνω των 30.000.000 ευρώ

0,3%

£

180.000 ευρώ

(61.335.000 δρχ.)

Παράδειγμα

Επιχείρηση με ακαθάριστα έσοδα ύψους π.χ. 800.000 ευρώ που διέπραξε παραλείψεις συνολικού ύψους 17.000 ευρώ, δεν εμπίπτει στα πιο πάνω όρια επειδή 17.000 > 800.000 x 2% = 16.000 ευρώ.

Τα όρια που αναφέρονται παραπάνω δεν εφαρμόζονται:

α) Οταν από διαφορετικούς ελέγχους (προληπτικό ή τακτικό) διαπιστώνεται η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση στοιχείων τουλάχιστον για δύο (2) συναλλαγές [δύο (2) ή περισσότερες] στην ίδια χρήση.

β) Οταν από τον ίδιο έλεγχο (προληπτικό ή τακτικό) διαπιστώνεται η μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση στοιχείων για τρεις (3) ή περισσότερες συναλλαγές μέσα στην ίδια χρήση.

γ) Οταν δεν έχει εκδοθεί έστω και ένα στοιχείο αξίας άνω των 880 ευρώ ή εκδόθηκε ανακριβώς για ίδιο ποσό (880 ευρώ).

δ) Οταν από διαφορετικούς ελέγχους διαπιστώνεται η μη καταχώριση ή η ανακριβής καταχώριση στο βιβλίο ποσοτικής παραλαβής του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του ΚΒΣ ή στα πρόσθετα βιβλία της παρ. 5 του άρθρου 10 δύο (2) ή και περισσότερων συναλλαγών ή τριών (3) και περισσότερων συναλλαγών που διαπιστώνονται από τον ίδιο έλεγχο ή μίας (1) συναλλαγής αξίας μεγαλύτερης των 880 ευρώ και πάντοτε μέσα στην ίδια χρήση.

ε) Η χρήση πλαστών εικονικών ή νοθευμένων στοιχείων (δηλαδή έκδοση πλαστού, έκδοση ή λήψη εικονικού ή η νόθευση στοιχείου) με αξία άνω των 880 ευρώ για κάθε στοιχείο ή μικρότερης αξίας εφόσον η συνολική τους αξία στην ίδια χρήση υπερβαίνει τα 880 ευρώ.

Παράγραφος 6. Κύρος βιβλίων όταν δεν εφαρμόζονται τα όρια της παρ. 7 - Μεταβατικές διατάξεις

7.6.1. Με τις διατάξεις της νέας παρ. 8 ορίζεται ότι όταν η αξία των διαπιστούμενων παραλείψεων υπερβαίνει τα όρια ή τα ποσοστά που ορίζονται με την παρ. 7 ή όταν οι πράξεις ή οι παραλείψεις εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της ίδιας παραγράφου, τότε τα βιβλία και τα στοιχεία δεν κρίνονται εξ ορισμού ανεπαρκή ή ανακριβή, αλλά το κύρος αυτών κρίνεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής με τις γενικές διατάξεις των νέων παρ. 3, 4 και 6 του άρθρου 30.

7.6.2. Μεταβατικές διατάξεις. Με τις διατάξεις της νέας παρ. 9 προβλέπεται η δυνατότητα της κρίσης του κύρους των βιβλίων των παλαιότερων υποθέσεων με τις νέες ευνοϊκότερες ρυθμίσεις του άρθρου 30, για την εφαρμογή των οποίων έχουν δοθεί διευκρινίσεις με την εγκύκλιό μας ΠΟΛ.1239/2002.

ΑΡΘΡΟ 8

ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Παράγραφος 1. Νέα δικαιώματα του προϊσταμένου της ΔΟΥ (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παρ. 1 προστίθενται στην παρ. 2 του άρθρου 36 του ΚΒΣ τρεις (3) νέες περ. ια’, ιβ’ και ιγ’ και παρέχεται η δυνατότητα στον προϊστάμενο της ΔΟΥ:

α) Με την περ. ια’ να εντάσσει τις αλλοδαπές Α.Ε. και Ε.Π.Ε. που δεν αποκτούν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα στη Β’ κατηγορία βιβλίων.

β) Με την περ. ιβ’ να επιτρέπει την τήρηση του βιβλίου αποθήκης των αποθηκευτικών χώρων σε άλλον τόπο, στις περιπτώσεις που λόγω έλλειψης επαγγελματικής οργάνωσης στον χώρο αυτό καθίσταται δυσχερής η τήρησή του.

γ) Με την περ. ιγ’ να επιτρέπει την μη εκτύπωση των καταστάσεων απογραφής, πλην των καταστάσεων απογραφής αποθεμάτων και την αποθήκευση των δεδομένων αυτών σε ηλεκτρομαγνητικά μέσα.

Παράγραφος 2. Προθεσμία υποβολής αίτησης στην Επιτροπή Λογιστικών Βιβλίων (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 4 του άρθρου 37 αναφορικά με τον χρόνο υποβολής της αίτησης προς την Επιτροπή Λογιστικών Βιβλίων. Η μεταβολή αυτή είναι νομοτεχνική και προσαρμόζεται η προθεσμία υποβολής της αίτησης στην Επιτροπή Λογιστικών Βιβλίων με τον νέο τρόπο ένταξης στην υποχρέωση τήρησης του βιβλίου αποθήκης, χωρίς να επέρχεται καμία ουσιαστική αλλαγή στην ισχύουσα προθεσμία.

Παράδειγμα

Επιχείρηση η οποία υποχρεώνεται από 1.1.2004 σε τήρηση βιβλίου αποθήκης, πρέπει να υποβάλει την αίτησή της μέχρι την 31.7.2003.

Παράγραφοι 3, 4 και 5. Διεύρυνση δικαιωμάτων Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Ισχύς από 1.1.2003)

Με τις διατάξεις των παραγράφων αυτών διευρύνονται οι εξουσιοδοτικές διατάξεις των περ. β’, γ’ (υποπερ. γδ’) και ε’ του άρθρου 38 του Π.Δ.186/1992 (ΚΒΣ), ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών να ρυθμίζει με αποφάσεις του θέματα που αφορούν την υλοποίηση του μέτρου εγκατάστασης φορολογικού μηχανισμού στις περιπτώσεις μηχανογραφικής έκδοσης στοιχείων, προκειμένου αυτά να μην θεωρούνται (με διάτρηση), καθώς επίσης και θέματα που αφορούν την τήρηση βιβλίων και την έκδοση στοιχείων του ΚΒΣ, σ’ εφαρμογή οδηγιών ή κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

ΑΡΘΡΟ 10

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΙ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ (Ν.1809/1988)

ΓΕΝΙΚΑ

Το μέτρο των φ.τ.μ. που εισήχθη με επιτυχία στη χώρα μας το 1988, έχει συμβάλλει ουσιαστικά στον εκσυγχρονισμό της διαδικασίας έκδοσης αποδείξεων στις μικρομεσαίες κυρίως επιχειρήσεις και έχει απαλλάξει από τη θεώρηση (διάτρηση) σημαντικού όγκου παραστατικών τις επιχειρήσεις και τις ΔΟΥ.

Το δοκιμασμένο αυτό σύστημα και μετά την εμπειρία που αποκτήθηκε, εισάγεται ουσιαστικά στο σύνολο των συναλλαγών για τις οποίες εκδίδονται παραστατικά με Η/Υ.

Ετσι, χωρίς ιδιαίτερα μεγάλο κόστος, με την προσαρμογή στους Η/Υ ειδικού φορολογικού μηχανισμού θα επιτευχθεί η κατάργηση της διάτρησης του συνόλου σχεδόν των μηχανογραφικά εκδιδόμενων παραστατικών.

Επίσης, με τις νέες ρυθμίσεις απλοποιούνται ορισμένες διαδικασίες και θεσπίζονται διατάξεις για μελλοντική εξειδίκευση, αντιμετώπιση και προσαρμογή θεμάτων που αφορούν την εφαρμογή της θεσπιζόμενης υποχρέωσης.

Οι κοινοποιούμενες διατάξεις ισχύουν από 1.1.2003.

Ειδικότερα, ανά παράγραφο του παρόντος άρθρου, ρυθμίζονται τα εξής:

Παράγραφος 1. Αντικατάσταση του τίτλου του Ν.1809/1988 (Ισχύς 1.1.2003)

Με τη ρύθμιση αυτή αντικαθίσταται ο τίτλος του Ν.1809/1988 από «Καθιέρωση φορολογικών ταμειακών μηχανών και άλλες διατάξεις» σε «Καθιέρωση φορολογικών μηχανισμών και άλλες διατάξεις» και ενσωματώνονται στον τίτλο του Ν.1809/1988 όλοι οι μηχανισμοί έκδοσης και σήμανσης στοιχείων με δυνατότητα ενταμίευσης των δημοσιονομικών δεδομένων σε φορολογική μνήμη.

Παράγραφος 2. Καθιέρωση υποχρέωσης χρησιμοποίησης «Ειδικών Ηλεκτρονικών Ασφαλών Διατάξεων Σήμανσης» για την έκδοση και διαφύλαξη των στοιχείων του ΚΒΣ

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής προστίθενται στο άρθρο 1 νέες παρ. 5, 6 και 7 αναφορικά με την καθιέρωση για τους επιτηδευματίες του ΚΒΣ (Π.Δ.186/1992) υποχρέωσης χρησιμοποίησης «Ειδικών Ηλεκτρονικών Ασφαλών Διατάξεων Σήμανσης» για την έκδοση, σήμανση και διαφύλαξη των στοιχείων που εκδίδονται με μηχανογραφικό τρόπο μέσω Η/Υ.

Ειδικότερα:

1. Με τις διατάξεις της παρ. 5 καθιερώνεται για τους επιτηδευματίες του ΚΒΣ (Π.Δ.186/1992) που εκδίδουν τα στοιχεία τους με μηχανογραφικό τρόπο μέσω Η/Υ, υποχρέωση χρησιμοποίησης «Ειδικών Ηλεκτρονικών Ασφαλών Διατάξεων Σήμανσης» για την έκδοση και διαφύλαξή τους.

Με τη ρύθμιση αυτή επιτυγχάνεται η μείωση των θεωρούμενων στοιχείων, η ασφαλής σήμανση και διαφύλαξη των εκδιδόμενων στοιχείων, χωρίς να μεταβάλλεται καθόλου το περιβάλλον εργασίας των επιτηδευματιών. Αντίθετα, μειώνεται το κόστος εργατοωρών από την μη θεώρηση, εξασφαλίζονται χώροι αποθηκευτικοί λόγω της φύλαξης των στοιχείων σε ηλεκτρονική μορφή και παράλληλα αποσυμφορούνται οι ΔΟΥ από το έργο της θεώρησης.

2. Με τις ρυθμίσεις των παρ. 6 και 7 θεσπίζονται εξουσιοδοτικές διατάξεις για την εφαρμογή της ανωτέρω υποχρέωσης και διευκολύνεται κάθε ελιγμός για τις διαδικασίες και λεπτομέρειες της ομαλής εφαρμογής του μέτρου.

Ειδικότερα:

1. Ο χρόνος έναρξης της υποχρεωτικής εφαρμογής του μέτρου, το οποίο θα εφαρμοσθεί σταδιακά με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, καθώς και οι κατηγορίες των επιτηδευματιών που θα χρησιμοποιούν υποχρεωτικά τις «Ειδικές Ηλεκτρονικές Ασφαλείς Διατάξεις Σήμανσης» σε ολόκληρη τη χώρα, θα ορισθούν με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

2. Σ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών έχει εκδοθεί καταρχήν η υπ’ αριθ. 1092819/366/ΠΟΛ.1257/0015/20.11.2002 ΑΥΟ (ΦΕΚ 1489/Β’/28.11.2002) «Τεχνικές προδιαγραφές Ειδικών Ασφαλών Φορολογικών Διατάξεων Σήμανσης Στοιχείων (ΕΑΦΔΣΣ) και απαιτήσεις λειτουργίας και χρήσης τους».

Παράγραφος 3. Χορήγηση άδειας καταλληλότητας για τους φορολογικούς μηχανισμούς και τα ταμειακά συστήματα (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 και ορίζεται ότι απαιτείται η χορήγηση άδειας καταλληλότητας (όπως ίσχυε και για τις φ.τ.μ.) για όλους τους φορολογικούς μηχανισμούς έκδοσης και σήμανσης στοιχείων που θα ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες τεχνικές προδιαγραφές, προκειμένου να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους επιτηδευματίες που υπόκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού.

Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον, αλλά και οι υπόχρεοι στη χρήση φορολογικών μηχανισμών, από τη διάθεση στην αγορά μηχανισμών οι οποίοι δεν διαθέτουν άδεια καταλληλότητας της Διακομματικής Επιτροπής.

Παράγραφος 4. Μείωση του χρόνου της έγγραφης εγγύησης του κατασκευαστή ή του εισαγωγέα (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται το πέμπτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 4 και μειώνεται ο χρόνος της έγγραφης εγγύησης που παρέχει ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας του φορολογικού μηχανισμού ή του συστήματος από οκτώ (8) έτη σε πέντε (5), προκειμένου να εξασφαλίζεται η εναρμόνιση και ευελιξία των φορολογικών μηχανισμών με τις τεχνικές εξελίξεις, καθώς και με μελλοντικές ρυθμίσεις για προσαρμογή τους με νέες.

Παράγραφος 5. Τόπος τήρησης του βιβλιαρίου συντήρησης (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 και ορίζεται ρητά ότι το βιβλιάριο συντήρησης ακολουθεί τον φορολογικό μηχανισμό σε κάθε περίπτωση μεταβολής εγκατάστασης του χρήστη ή κατόχου, τηρείται δηλαδή στον τόπο που είναι κάθε φορά εγκατεστημένος ο φορολογικός μηχανισμός.

Παράγραφος 6. Εκδοση νέου βιβλιαρίου συντήρησης, στις περιπτώσεις μεταβολής χρήστη ή κατόχου (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 4 και καθιερώνεται η υποχρέωση έκδοσης νέου βιβλιαρίου συντήρησης σε κάθε περίπτωση μεταβολής χρήστη ή κατόχου, σε συνδυασμό με την υποχρέωση που εισάγεται με την παρ. 2 του άρθρου 6 περί υποχρεωτικής αντικατάστασης της παλαιάς φορολογικής μνήμης με νέα. Στο βιβλιάριο αυτό αναγράφονται τα στοιχεία της νέας φορολογικής μνήμης, καθώς και τα στοιχεία του αγοραστή και του πωλητή.

Τα στοιχεία των συμβαλλόμενων (αγοραστή – πωλητή) αναγράφονται επίσης και στο παλαιό βιβλιάριο συντήρησης, το οποίο παραμένει μαζί με τη χρησιμοποιηθείσα φορολογική μνήμη στην κατοχή του πωλητή για όσο διάστημα προβλέπεται από τις διατάξεις του ΚΒΣ.

Με τη ρύθμιση αυτή επιτυγχάνεται η αποτελεσματική – καθολική παρακολούθηση των φορολογικών μηχανισμών μέσω του συστήματος TAXIS, σε κάθε περίπτωση μεταβολής του χρήστη ή κατόχου.

Συγχρόνως, τα δημοσιονομικά δεδομένα της φορολογικής μνήμης παραμένουν σε κάθε περίπτωση μόνο στον κάτοχο που τα δημιούργησε ενώ, σε κάθε μεταβίβαση μεταχειρισμένης φ.τ.μ., αυτή είναι στη διάθεση του νέου κατόχου προς χρήση με νέα καθαρή και κενή στοιχείων φορολογική μνήμη.

Παράγραφος 7. Χρόνος τήρησης και διαφύλαξης του βιβλιαρίου συντήρησης και του φορολογικού μηχανισμού (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 5 και ορίζεται ότι ο χρήστης ή κάτοχος φορολογικού μηχανισμού ή συστήματος έχει υποχρέωση να τηρεί και να διαφυλάσσει το βιβλιάριο συντήρησης, το οποίο του παραδίδεται από τον κάτοχο της άδειας καταλληλότητας ή εξουσιοδοτημένο από αυτόν τεχνικό αντιπρόσωπο κατά την απόκτηση, καθώς και τον φορολογικό μηχανισμό ή το μέρος του συστήματος με τα ενταμιευμένα σ’ αυτά δεδομένα για όσο χρόνο κάθε φορά ορίζεται από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΚΒΣ (άρθρο 21) για τη διαφύλαξη των φορολογικών στοιχείων.

Παράγραφος 8. Εκδοση στοιχείων σε περίπτωση διακοπής της λειτουργίας του φορολογικού μηχανισμού (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 3 του άρθρου 5 και διευρύνεται για όλους πλέον τους φορολογικούς μηχανισμούς ο τρόπος έκδοσης των στοιχείων σε περίπτωση διακοπής της λειτουργίας τους.

Ετσι, αν για οποιονδήποτε λόγο διακοπεί η λειτουργία του φορολογικού μηχανισμού, ο υπόχρεος επιτηδευματίας εκδίδει χειρόγραφα διπλότυπα στοιχεία από θεωρημένα στελέχη, μέχρι να αποκατασταθεί η ομαλή επαναλειτουργία του.

Οι λεπτομέρειες και κάθε διαφοροποίηση ως προς την υποχρέωση αυτή θα ρυθμιστούν με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Παράγραφος 9. Υποχρεωτική αντικατάσταση της φορολογικής μνήμης, σε περίπτωση μεταβίβασης – αλλαγής του χρήστη ή κατόχου του φορολογικού μηχανισμού (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 6 και επέρχονται οι εξής αλλαγές:

1. Η αφαίρεση ή αντικατάσταση της φορολογικής μνήμης του μηχανισμού επιτρέπεται σε περίπτωση βλάβης ή πλήρωσης και γνωστοποιείται στην αρμόδια ΔΟΥ του χρήστη ή κατόχου του φορολογικού μηχανισμού.

Η διάταξη αυτή αποτελεί επανάληψη της παλαιάς διάταξης, με τη ρητή αναφορά στον νόμο ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται η παρουσία υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών, αλλά γίνεται γνωστοποίηση στην αρμόδια ΔΟΥ.

Οσον αφορά την τηρούμενη διαδικασία, κατά τα λοιπά ισχύουν τα οριζόμενα στις σχετικές εγκυκλίους μέχρι να εκδοθεί νέα.

2. Καθιερώνεται για πρώτη φορά η υποχρέωση αντικατάστασης της παλαιάς φορολογικής μνήμης με νέα, σε κάθε περίπτωση μεταβίβασης του φορολογικού μηχανισμού ή μίσθωσης πάγιου εξοπλισμού με παραχώρηση της χρήσης του φορολογικού μηχανισμού από τον νέο χρήστη ή κάτοχο.

Κατά την αντικατάσταση της παλαιάς φορολογικής μνήμης με νέα, αποκλειστικά λόγω μεταβίβασης ή αλλαγής του χρήστη ή κατόχου, οι εργασίες αφαίρεσης και αντικατάστασης της μνήμης γίνονται, παρουσία υπαλλήλου της αρμόδιας ΔΟΥ, κατόπιν σχετικής αίτησης (σχετική ΑΥΟ 1081253/320/ΠΟΛ.1234/0015/9.9.2002 (ΦΕΚ 1362/Β’/23.10.2002), παρ. 2.117 «Τεχνικές προδιαγραφές φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών και συστημάτων»).

Για τη διαδικασία αντικατάστασης μνήμης της παραπάνω περίπτωσης θα εκδοθεί σχετική υπουργική απόφαση.

Με τη ρύθμιση αυτή καθίσταται αποτελεσματικότερη η παρακολούθηση των φορολογικών μηχανισμών καθ’ όλη τη διάρκεια χρησιμοποίησής τους.

Επισήμανση

Επιχειρήσεις που προέρχονται από μετασχηματισμό

Για τις επιχειρήσεις που προέρχονται από μετασχηματισμό (συγχώνευση – διάσπαση – απορρόφηση) και για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης αυτής διευκρινίζεται ότι, εφόσον η νέα εταιρία (προερχόμενη από μετασχηματισμό) έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις για την εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα που είχε οποιαδήποτε από τις επιχειρήσεις ή κλάδους που μετασχηματίστηκαν ως καθολικός διάδοχος αυτών, δεν θεωρείται ότι συντελείται μεταβίβαση ή αλλαγή του χρήστη ή κατόχου και συνεπώς δεν απαιτείται αντικατάσταση φορολογικής μνήμης κατά τα ανωτέρω οριζόμενα.

Παράγραφος 10. Καθορισμός δείγματος για τον έλεγχο αξιοπιστίας των φορολογικών μηχανισμών (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις αυτές αντικαθίσταται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 7.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι ο έλεγχος γίνεται σε δείγμα που η ποσότητά του καθορίζεται με βάση τα διεθνώς ισχύοντα και επαναλαμβάνεται με τη συμπλήρωση συγκεκριμένου αριθμού μηχανισμών, ο οποίος καθορίζεται από σχετική υπουργική απόφαση [αντί της επανάληψης με τη συμπλήρωση κάθε πεντακοσίων (500) μηχανών που ίσχυε μέχρι τώρα].

Διευκρινίζεται ότι για τους εισαγόμενους μηχανισμούς εξακολουθεί να λαμβάνεται δείγμα για έλεγχο, από κάθε νέα παρτίδα, ανεξαρτήτως αριθμού εισαγόμενων μηχανισμών.

Επειδή οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, σχετικά με τον έλεγχο αξιοπιστίας και καταλληλότητας των φορολογικών μηχανισμών, καθώς και των ταμειακών συστημάτων, αφορούν κυρίως τους κατασκευαστές και δεδομένης της σαφήνειάς τους, δεν απαιτείται περαιτέρω ανάλυσή τους.

Παράγραφος 11. Κατάργηση των διατάξεων που αφορούν την έκπτωση της αναπόσβεστης αξίας των παλαιών ταμειακών μηχανών (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής καταργούνται οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 9, οι οποίες προέβλεπαν ότι, σε περίπτωση αντικατάστασης ταμειακής μηχανής με ηλεκτρονική ταμειακή μηχανή του Ν.1809/1988, η αναπόσβεστη αξία της παλαιάς μηχανής αφαιρείτο από τα ακαθάριστα έσοδα των επιτηδευματιών που υποχρεώθηκαν σε αντικατάστασή τους.

Η κατάργησή τους κρίθηκε αναγκαία, δεδομένου ότι μετά την ολοκλήρωση εφαρμογής του μέτρου δεν εξυπηρετούσαν πλέον κανέναν σκοπό.

Παράγραφος 12. Νομοτεχνική προσαρμογή των διατάξεων του νόμου με τον νέο τίτλο αυτού – Χαρακτηρισμός φορολογικού μηχανισμού (Ισχύς 1.1.2003)

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής αντικαθίσταται η παρ. 2 του άρθρου 9α’ και προστίθεται νέα παρ. 3.

Με τις νέες διατάξεις ορίζονται τα εξής:

α) Οπου αναφέρεται στον παρόντα νόμο και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού ή στις τεχνικές προδιαγραφές η φράση «ηλεκτρονικές ταμειακές μηχανές» ή «φορολογικές ταμειακές μηχανές», νοείται η φράση «φορολογικοί μηχανισμοί».

Ειδικά στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 1 νοούνται οι «φορολογικοί μηχανισμοί – φορολογικές ταμειακές μηχανές» έκδοσης ΑΛΠ αγαθών και υπηρεσιών.

β) Οπου αναφέρεται η φράση «δημοσιονομική μνήμη» ή «φυσική μνήμη», νοείται η φράση «φορολογική μνήμη».

γ) Ως φορολογικός μηχανισμός χαρακτηρίζεται κάθε συσκευή ή σύστημα το οποίο χρησιμοποιείται για την έκδοση, την πιστοποίηση και διαφύλαξη στοιχείων και διαθέτει:

- Ασφαλή φορολογική μνήμη.

- Κατάλληλο λογισμικό.

- Θύρες διασύνδεσης.

- Αλλα τεχνικά χαρακτηριστικά τα οποία καθορίζονται και εξειδικεύονται κατά περίπτωση από τις ισχύουσες τεχνικές προδιαγραφές.

- Αδεια καταλληλότητας που έχει χορηγηθεί από την επιτροπή του άρθρου 7 του νόμου αυτού.